Ολοκληρώθηκε ο κύκλος των κυλιόμενων μετρήσεων και οι δημοσκόποι αναμένεται να ξαναπιάσουν δουλειά μετά τις 17 Αυγούστου. Από την ανάλυση των δημοσκοπήσεων του Ιουλίου προκύπτουν, σύμφωνα πάντα με τους ειδικούς σε ζητήματα πολιτικής επικοινωνίας, ορισμένα ενδιαφέροντα συμπεράσματα.
Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί την πολιτική κυριαρχία, εμφανίζοντας μεσοσταθμικά ποσοστό της τάξεως του 27%. Η πρωτοκαθεδρία του κυβερνώντος κόμματος δεν απειλείται, ωστόσο για την επίτευξη του στόχου της αυτοδύναμης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας απαιτείται ακόμη πολλή δουλειά.
Σε περίπτωση που η χώρα βρεθεί αντιμέτωπη με νέες πληθωριστικές πιέσεις, εξαιτίας και της ανόδου της τιμής του πετρελαίου, το ποσοστό της ΝΔ θα μπορούσε να υποχωρήσει ακόμη και στο 25%, με ό,τι συνεπάγεται μια τέτοια εξέλιξη για τους εκλογικούς σχεδιασμούς του Μεγάρου Μαξίμου.
Από τα ποιοτικά στοιχεία των μετρήσεων προκύπτει ότι όσοι απομακρύνονται από τη ΝΔ είναι κυρίως ψηφοφόροι δυσαρεστημένοι από την οικονομική πολιτική και, πρωτίστως, από την ακρίβεια. Ιδιαίτερη δυσφορία εκφράζει σημαντικό τμήμα των επαγγελματιών και των μικρομεσαίων, οι οποίοι θεωρούν ότι έχουν υποστεί φορολογική αφαίμαξη.
Γι’ αυτό και το πακέτο μέτρων που θα εξαγγείλει ο πρωθυπουργός στη Θεσσαλονίκη στοχεύει στην επαναπροσέγγιση των μικρομεσαίων, οι οποίοι αποτελούν διαχρονικά έναν από τους βασικούς πυλώνες της συντηρητικής παράταξης.
Από τη μελέτη των ποιοτικών στοιχείων εκτιμάται, επίσης, ότι η δυναμική του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα έχει πιάσει ταβάνι και ότι τα περιθώρια περαιτέρω ανόδου στενεύουν. Άλλωστε, ο Αλέξης Τσίπρας δεν θεωρείται, στην παρούσα φάση, άμεση απειλή για τη ΝΔ. Αντιθέτως, η ενίσχυσή του λειτουργεί συσπειρωτικά για ένα τμήμα των ψηφοφόρων του κυβερνώντος κόμματος.
Αυτό που φοβούνται περισσότερο στο Μαξίμου είναι το ενδεχόμενο μετακίνησης δυσαρεστημένων ψηφοφόρων της ΝΔ προς τον Αντώνη Σαμαρά. Γι’ αυτό και έχει δοθεί γραμμή να σταματήσει η σεναριολογία που τροφοδότησαν δηλώσεις διαφόρων γαλάζιων στελεχών περί μετεκλογικής συνεργασίας με τον πρώην πρωθυπουργό.
Η συγκεκριμένη συζήτηση το μόνο που καταφέρνει είναι να ενισχύει τον Αντώνη Σαμαρά, καθώς δημιουργεί σε ψηφοφόρους της Δεξιάς την προσδοκία ότι, ακόμη και αν τον επιλέξουν στην κάλπη, μετεκλογικά θα μπορούσε να συνεργαστεί ή να συγκυβερνήσει με τη Νέα Δημοκρατία.
Μια ωραία ατμόσφαιρα στη Χαριλάου Τρικούπη
Τελικά, στη Χαριλάου Τρικούπη επικρατεί «μια ωραία ατμόσφαιρα», όπως έλεγε και ο αξεπέραστος Ντίνος Ηλιόπουλος.
Βγαίνει ο Λευτέρης Καρχιμάκης στα τηλεοπτικά κανάλια και δηλώνει ότι το ΠΑΣΟΚ θα καταργήσει τον νόμο για τα Μη Κρατικά Πανεπιστήμια.
Αμέσως μετά εμφανίζεται η Νάντια Γιαννακοπούλου και ξεκαθαρίζει ότι μόνο η Βόρεια Κορέα και η Κούβα δεν διαθέτουν ιδιωτικά πανεπιστήμια, προσθέτοντας ότι δεν υπάρχει καμία κεντρική απόφαση του κόμματος που να προβλέπει την κατάργησή τους.
Και κάπως έτσι, ο πρόεδρος Νίκος αναγκάζεται να αναλάβει τον ρόλο του τροχονόμου, έχοντας πλέον συνειδητοποιήσει ότι στη Χαριλάου Τρικούπη έρχονται ημέρες δύσκολες.



