Η απόφαση της Ρένας Δούρου και του ΣΥΡΙΖΑ να απέχουν από τη δεξίωση για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας προκαλεί ερωτήματα ως προς τον συμβολισμό της. Πρόκειται για μια εκδήλωση θεσμικού χαρακτήρα, η οποία θα μπορούσε να λειτουργεί ως σημείο συνάντησης όλων των δημοκρατικά εκλεγμένων πολιτικών δυνάμεων, ανεξαρτήτως ιδεολογικών διαφορών.
Η πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ αιτιολόγησε την απόφασή της υποστηρίζοντας ότι δεν επιθυμεί να βρεθεί στον ίδιο χώρο με εκπροσώπους της Ακροδεξιάς. Ωστόσο, η λειτουργία ενός δημοκρατικού πολιτεύματος προϋποθέτει τη θεσμική συνύπαρξη όλων των πολιτικών τάσεων που εκπροσωπούνται στη Βουλή. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, άλλωστε, δεν θα μπορούσε να αποκλείσει εκλεγμένους εκπροσώπους από μια επίσημη θεσμική εκδήλωση.
Η στάση αυτή φαίνεται να συνδέεται και με τη δύσκολη πολιτική περίοδο που διανύει ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει την παρουσία και την ταυτότητά του. Η επιλογή, όμως, κινήσεων έντονου συμβολισμού ενδέχεται να ενισχύσει περισσότερο την πόλωση παρά να συμβάλει στην πολιτική του ανάκαμψη.
Ανάλογη ένταση καταγράφηκε και στη Βουλή, όταν η Ζωή Κωνσταντοπούλου κατηγόρησε το ΚΚΕ για υπόγειες συνεννοήσεις με τη Νέα Δημοκρατία και χαρακτήρισε τους βουλευτές του «επαγγελματίες κομμουνιστές με μισθό». Τέτοιες διατυπώσεις επιβαρύνουν το ήδη τεταμένο πολιτικό κλίμα και απομακρύνουν τη συζήτηση από την ουσία των πραγματικών πολιτικών διαφορών.
Η συνεχής σκανδαλολογία και η χρήση ιδιαίτερα βαριών χαρακτηρισμών από κόμματα της αντιπολίτευσης φαίνεται να υποκαθιστούν, σε αρκετές περιπτώσεις, την παρουσίαση ενός ολοκληρωμένου προγραμματικού λόγου. Όταν, μάλιστα, γίνεται λόγος για «κυβέρνηση υποδίκων», δημιουργείται ένα κλίμα γενικευμένης απαξίωσης, το οποίο μπορεί να πλήξει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους δημοκρατικούς θεσμούς.
Με δεδομένο ότι η χώρα εισέρχεται σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, απαιτείται μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση από όλες τις πλευρές. Διαφορετικά, η αντιπαράθεση κινδυνεύει να εξελιχθεί σε έναν διαρκή κύκλο έντασης και καχυποψίας. Υπό αυτή την έννοια, η επισήμανση του προέδρου της Βουλής Νικήτα Κακλαμάνη, ότι ίσως οι πρόωρες εκλογές θα μπορούσαν να περιορίσουν αυτή την παρατεταμένη τοξικότητα, αποκτά ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον.
Διέβη τον Ρουβίκωνα
Ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Γιώργος Βλάχος φαίνεται να απομακρύνεται σταδιακά από την επίσημη γραμμή του κυβερνώντος κόμματος. Μετά τη θέση που διατύπωσε υπέρ μιας ενδεχόμενης μετεκλογικής συνεργασίας της ΝΔ με τον Αντώνη Σαμαρά, ακόμη και σε ένα σενάριο στο οποίο πρωθυπουργός δεν θα είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, επανήλθε καταθέτοντας ερώτηση για την υπόθεση της ανακύκλωσης που διερευνά η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Ο κ. Βλάχος ζητά από την κυβέρνηση να ενημερώσει τη Βουλή σχετικά με τη διαχείριση του συστήματος ανακύκλωσης. Η κοινοβουλευτική του παρέμβαση είναι θεσμικά απολύτως θεμιτή, ωστόσο αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία εξαιτίας της χρονικής συγκυρίας και της γενικότερης στάσης που έχει υιοθετήσει το τελευταίο διάστημα.
Παράλληλα, η ερώτηση αναμένεται να αξιοποιηθεί από την αντιπολίτευση, η οποία επιχειρεί να αναδείξει την υπόθεση της ανακύκλωσης και να τη συνδέσει επικοινωνιακά με άλλες έρευνες, όπως αυτή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Σε κάθε περίπτωση, η κίνηση του Γιώργου Βλάχου επιβεβαιώνει ότι οι εσωκομματικές αποστάσεις στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας γίνονται πλέον περισσότερο ορατές.



