Υπό τον έλεγχο των Ρώσων η πόλη Ιζιούμ -Χωρίς τέλος οι βομβαρδισμοί

Οι ουκρανικές αρχές δεν μπορούν να βοηθήσουν στην απομάκρυνση των αμάχων από την πόλη  Ιζιούμ, πάνω στη γραμμή του ανατολικού μετώπου, ούτε να στείλουν ανθρωπιστική βοήθεια επειδή η πόλη αυτή βρίσκεται υπό τον πλήρη έλεγχο των Ρώσων, δήλωσε ο κυβερνήτης της περιφέρειας του Χαρκόβου, Ολέχ Σινεγκούμποφ.

Οι περιφέρειες του Χαρκόβου, του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ βιώνουν τις χειρότερες συγκρούσεις αφότου οι ρωσικές δυνάμεις αποσύρθηκαν από την περιοχή του Κιέβου.

Μετά τους ρωσικούς βομβαρδισμούς σε νοσοκομεία στο Μικολάγιφ και σε περιοχές στα δυτικά της Ουκρανίας, στο Λβιβ, το βράδυ της Τρίτης, οι Ηνωμένες Πολιτείες εκτιμούν ότι η Ρωσία έχει πλέον ολοκληρώσει την αποχώρηση των δυνάμεών της γύρω από το Κίεβο και πιστεύεται ότι επισκευάζει τον εξοπλισμό και επανεφοδιάζει τους στρατιώτες της για την αναμενόμενη ανασύνταξή τους στην Ουκρανία.

«Εκτιμούμε ότι όλοι οι Ρώσοι έφυγαν», ανέφερε υψηλόβαθμος Αμερικανός αξιωματούχος του υπουργείου Άμυνας, ζητώντας να τηρηθεί η ανωνυμία του.

Ο ίδιος αξιωματούχος διεμήνυσε ότι τα ρωσικά στρατεύματα έχουν αποσυρθεί και από το Τσερνίχιφ ώστε να ανανεωθούν στη Ρωσία και τη Λευκορωσία.

Η Ρωσία έχει εκτοξεύσει, πάντως, πάνω από 1.450 πυραύλους κατά της Ουκρανίας από την έναρξη της εισβολής.

Οι σοβαρές πυραυλικές επιθέσεις σημειώνονται αυτή τη στιγμή την επαρχία του Λουχάνσκ στα ανατολικά της Ουκρανίας, όπου και στοχεύουν οι ρωσικές δυνάμεις στη δεύτερη φάση του πολέμου.

Τα αεροπορικά χτυπήματα έχουν πλήξει πολυώροφα κτίρια στην περιοχή.

Συνολικά εκτιμάται, σύμφωνα με τον κυβερνήτη της περιοχής, ότι οι ρωσικές δυνάμεις έπληξαν, χθες το βράδυ, 81 φορές πόλεις και χωριά της περιφέρειας.

Ειδικότερα, οβίδες και ρουκέτες έπληξαν ανά διαστήματα το Σεβεροντονέτσκ, την ανατολικότερη πόλη της Ουκρανίας που ελέγχεται από τις ουκρανικές δυνάμεις, όπως ανέφεραν δημοσιογράφοι του Γαλλικού Πρακτορείου.

Το μεσημέρι, οι δημοσιογράφοι είδαν ένα κτίριο να φλέγεται ενώ ελάχιστοι πολίτες κυκλοφορούσαν στους δρόμους της πόλης.

Οι κάτοικοι του Σεβεροντονέτσκ ριψοκινδύνευαν να βγουν έξω όταν διακόπτονταν για λίγα λεπτά οι βομβαρδισμοί και έτρεχαν πάλι να καλυφθούν μόλις ξανάρχιζαν.

Λίγο αργότερα, ο Σέρχι Γκαϊντάι, ο κυβερνήτης της περιφέρειας του Λουχάνσκ, όπου βρίσκεται το Σεβεροντονέτσκ, ανακοίνωσε μέσω του Telegram ότι χτυπήθηκαν συνολικά δέκα κτίρια, ένα εμπορικό κέντρο και τα γειτονικά γκαράζ, προκαλώντας μια μεγάλη πυρκαγιά. «Δεν πρόκειται, επ’ ουδενί, για στρατηγικές ή στρατιωτικές εγκαταστάσεις», είπε, προσθέτοντας ότι η καταγραφή των θυμάτων «είναι σε εξέλιξη».

Το Σεβεροντονέτσκ, μια βιομηχανική πόλη που αριθμούσε 100.000 κατοίκους πριν από τον πόλεμο, βρίσκεται πολύ κοντά στη γραμμή του μετώπου, κοντά στα «σύνορα» των φιλορωσικών, αυτονομιστικών εδαφών.

Ο ρωσικός στρατός έχει ανακοινώσει ότι θα επικεντρώσει τις επιχειρήσεις του στην ανατολική Ουκρανία.

Η ουκρανική κυβέρνηση κάλεσε νωρίτερα τους κατοίκους των ανατολικών περιοχών να φύγουν «τώρα» γιατί μπορεί να βρεθούν εγκλωβισμένοι λόγω των μαχών, τις επόμενες ημέρες. Μια ανθρωπιστική αυτοκινητοπομπή του ΟΗΕ αποτελούμενη από οκτώ φορτηγά κατάφερε να φτάσει χθες Τρίτη στο Σεβεροντονέτσκ, μεταφέροντας τρόφιμα, αλεύρι και κουβέρτες για περίπου 17.000 ανθρώπους, καθώς και τέσσερις γεννήτριες για τα νοσοκομεία της πόλης.

Χθες ένας άνθρωπος σκοτώθηκε και άλλοι πέντε τραυματίστηκαν όταν βομβαρδίστηκε η γειτονική πόλη Ρούμπιζνε ενώ επτά άλλοι ανασύρθηκαν ζωντανοί από τα συντρίμμια, ανέφερε ο Γκαϊντάι σε αναρτήσεις του σε ιστοτόπους κοινωνικής δικτύωσης.

Το Κίεβο κάλεσε, νωρίτερα, τους κατοίκους της ανατολικής Ουκρανίας να εκκενώσουν «τώρα» την περιοχή, καθώς εκφράζονται φόβοι για μια μαζική επίθεση του ρωσικού στρατού στο Ντονμπάς, την επαρχία που αποτελεί πλέον τον κύριο στόχο του Κρεμλίνου.

Οι περιφερειακές αρχές «καλούν τον πληθυσμό να φύγει από αυτά τα εδάφη και κάνουν τα πάντα, ώστε οι εκκενώσεις να γίνουν με οργανωμένο τρόπο», δήλωσε η αντιπρόεδρος της ουκρανικής κυβέρνησης Ιρίνα Βέρεστσουκ.

Σύμφωνα με την ανάρτηση του υπουργείου Ενσωμάτωσης στο Telegram, η Βέρεστσουκ τόνισε ότι η εκκένωση πρέπει να γίνει «τώρα», γιατί διαφορετικά οι κάτοικοι θα διατρέξουν «θανάσιμο κίνδυνο».