Ασκήσεις ισορροπίας από την Αθήνα

Οι παρατεταμένες επιπτώσεις της oυκρανικής κρίσης στις γεωπολιτικές ισορροπίες επηρεάζουν αναπόφευκτα τον συνολικότερο σχεδιασμό της Αθήνας. Πρακτικά, η Αθήνα καλείται να επιτύχει μια μάλλον δύσκολη ισορροπία, καθώς πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στην επιβεβλημένη προσήλωση στην κεντρική γραμμή του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, δίχως την ίδια στιγμή να σταματήσει να υπενθυμίζει στους συμμάχους ότι οι ελληνοτουρκικές διαφορές εδράζονται πάνω σε πολύ συγκεκριμένες βάσεις και δη στον επί της αρχής αναθεωρητισμό της Αγκυρας.

Η πρόσφατη συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν πραγματοποιήθηκε, ωστόσο, πάνω στο έδαφος της ανάγκης να διασφαλιστεί η συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, καθώς τόσο η Αθήνα όσο και η Αγκυρα καλούνται να διαχειριστούν την πιθανότητα δημιουργίας ενός νέου μετώπου με καθαρές διαχωριστικές γραμμές. Ηδη, ενόψει της συνόδου του ΝΑΤΟ στη Μαδρίτη τον ερχόμενο Ιούνιο, οι σύμμαχοι βρίσκονται μπροστά στην ανάγκη ανασύνθεσης όλων εκείνων των σχεδίων που μέχρι τις 24 Φεβρουαρίου, όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, θεωρούνταν βάση για το μέλλον του ΝΑΤΟ το 2030 (NATO Strategic Concept).

Η σημασία της Τουρκίας είναι γεωγραφικά εμφανής, καθώς αποτελεί τη χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ με τη μεγαλύτερη ακτογραμμή στη Μαύρη Θάλασσα, ενώ στη βάση του Ιντσιρλίκ παραμένουν αποθηκευμένες αμερικανικές πυρηνικές κεφαλές. Η Αγκυρα, ωστόσο, συντηρεί και μια συμβιωτική σχέση με τη Μόσχα στη Συρία, όπου φιλοξενούνται δύο σημαντικές ρωσικές βάσεις, με το καθεστώς Ασαντ να έχει επιβιώσει λόγω της ρωσικής στήριξης. Πώς θα ξεπεραστούν τα προβλήματα Αγκυρας – Ουάσιγκτον, ελέω S-400, παραμένει ένας γρίφος και η στάση ουδετερότητας που επιχειρεί να τηρήσει η Τουρκία γίνεται προς το παρόν ανεκτή, ωστόσο θα είναι δύσκολο να τη διατηρήσει σε βάθος χρόνου.

 

Αυτή η νατοϊκή σύγκλιση οδηγεί τις ελληνοτουρκικές εκκρεμότητες προς το παρόν στο «ψυγείο», ενώ αναγκάζει την Αθήνα να αναπροσαρμόσει την προσοχή της στα Δυτικά Βαλκάνια. Στις Βρυξέλλες (ΝΑΤΟ και Ε.Ε.) υφίσταται ανησυχία ότι μια τροφοδοτούμενη από τη Μόσχα κρίση στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη θα μπορούσε να αποτελέσει αντιπερισπασμό που θα δημιουργούσε προβλήματα στη Δύση. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι η κρίση στην Ουκρανία έφερε στην επιφάνεια ξανά δύο ζητήματα που τα τελευταία χρόνια ταλαντεύονταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας: πρώτον, την ευρωπαϊκή προοπτική της Αλβανίας και της Βόρειας Μακεδονίας και, δεύτερον, την υπερκέραση των εμποδίων για την ένταξη του Κοσόβου στο ΝΑΤΟ. Προφανώς πρόκειται για ζητήματα που δεν επιλύονται εν θερμώ, η ανακίνησή τους υπογραμμίζει, ωστόσο, την καθοριστική επίδραση του πολέμου στην Ουκρανία σε όλα τα μέτωπα. Σε ένα δεύτερο επίπεδο η Ελλάδα μετατρέπεται σε ναυτικό κόμβο για το ΝΑΤΟ. Αυτές τις ημέρες μέσα από το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης μεταφέρονται διαρκώς ενισχύσεις που οδεύουν προς Βουλγαρία και Ρουμανία. Ενώ επιταχύνονται οι διαδικασίες και για τη μετατροπή της Αλεξανδρούπολης αλλά και της ευρύτερης περιοχής σε κόμβο για την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της Βουλγαρίας (μέσω του ΙGB και σε στρατιωτικό επίπεδο με την επέκταση του νατοϊκού αγωγού από τη Καβάλα προς βορρά).

Τις επόμενες ημέρες τα δύο αεροπλανοφόρα που πλέουν τους τελευταίους μήνες σε ελληνικές θάλασσες (το γαλλικό «Σαρλ ντε Γκωλ» και το αμερικανικό «Χάρι Σ. Τρούμαν») θα δέσουν στον Πειραιά και τη Σούδα, αφενός για ανεφοδιασμό, αφετέρου για την απόδοση τιμών με αφορμή την εθνική επέτειο (25η Μαρτίου). Οπως έδειξε και η ανάπτυξη των δύο αεροπλανοφόρων στην περιοχή Αδριατικής – Ιονίου το προηγούμενο χρονικό διάστημα, με συνεκπαιδεύσεις μεταξύ τους αλλά και με το ιταλικό «Καβούρ», το οποίο μεταφέρει ελικόπτερα και καθέτου απονηώσεως αεροσκάφη «Χάριερ» (που θα αντικατασταθούν από F-35B), το ΝΑΤΟ αντιμετωπίζει την Ανατολική Μεσόγειο ως πεδίο αντιπαράθεσης με το ρωσικό ναυτικό, το οποίο επιχειρεί με βάση την Ταρτούς της Συρίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η αεροναυτική εγρήγορση του ΝΑΤΟ έχει δώσει στους επιτελείς της Συμμαχίας και την ευκαιρία να διαπιστώσουν εκ νέου τις τεράστιες τεχνολογικές διαφορές που έχουν οι ένοπλες δυνάμεις των παλαιών κρατών-μελών του Βορειοατλαντικού Συμφώνου και εκείνες του πάλαι ποτέ «ανατολικού μπλοκ». Στην περίπτωση των ανατολικών χωρών, οι εξοπλισμοί πολλές φορές προέρχονται από τη σοβιετική εποχή και διαθέτουν ελάχιστη δυνατότητα συνεργασίας με τα υπέρτερα τεχνολογικά δυτικά συστήματα.

Δώσαμε ήδη όσα όπλα μπορούσαμε
Η συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία σημαίνει, όπως φάνηκε και από την απόφαση των ΗΠΑ να συνεχίσουν να παραχωρούν οπλικά συστήματα στους αμυνομένους, αύξηση των αναγκών εξοπλισμού των δυνάμεων του Κιέβου. Από την Αθήνα έχει γίνει σαφές ότι οι ανάγκες άμυνας των συνόρων της Ελλάδας δεν επιτρέπουν περαιτέρω παραχώρηση συστημάτων προς το Κίεβο. Oι βασικές ανάγκες της Ουκρανίας αφορούν την αεράμυνα (μικρού και μεγάλου βεληνεκούς). Η Αθήνα ήδη έχει αρνηθεί να παραχωρήσει είτε S-300 είτε μικρότερου βεληνεκούς συστήματα. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι οι πιέσεις δεν θα ενταθούν. Πάντως οι επαφές ανάμεσα σε Αθήνα και Κίεβο είναι πολύ καλές και, κυρίως, άμεσες. Το βράδυ της Παρασκευής ο υπουργός Εθνικής Αμυνας Νίκος Παναγιωτόπουλος συνομίλησε τηλεφωνικά με τον Ουκρανό ομόλογό του Ολεξίι Ρεζνίκοφ, στον οποίο και διευκρίνισε ότι η Ελλάδα υποστηρίζει την κυριαρχία της Ουκρανίας, ενώ αναφέρθηκε και στη βοήθεια που ήδη παρείχε η Αθήνα στο Κίεβο.

KATHIMERINI

Πηγή fantomas.gr