Γεωπολιτικό μπιλιάρδο: Μιανμάρ, Αρμενία… Ουκρανία

 

Αν και στη γεωπολιτική είθισται να χρησιμοποιείται η έννοια σκάκι, για να καταδείξει τη στρατηγική των κινήσεων και την υπομονή και συνοχή των παιχτών, τελευταία, οι εξελίξεις προσομοιάζουν περισσότερο σε…”μπιλιάρδο”, καθώς η προοπτική των εξελίξεων στην ανατολική Ευρώπη αποτελεί συνάρτηση των ισορροπιών στη Νότια Σινική Θάλασσα. Το επίκεντρο του διευρυμένου γεωπολιτικού σκακιού δεν είναι πλέον η Ουκρανία, αλλά διαχέεται στις γεωοικονομικές και γεωτεχνολογικές σχέσεις των μεγάλων δυνάμεων.

Η φαινομενικά απρόθυμη εμπλοκή της Κίνας στην ανατολική Ευρώπη, μέσω της εκκολαπτόμενης πολιτικά και ωριμάζουσας στρατιωτικά υποστήριξης της Ρωσίας, ήταν αναμενόμενη και αποτελεί απόρροια των χειρισμών ΗΠΑ και ΕΕ τόσο στις διμερείς σχέσεις με την Κίνα όσο και στο ευρύτερο πλαίσιο της διαμόρφωσης της δικής τους εξωτερικής γεωοικονομικής σφαίρας επιρροής.

Η ταυτόχρονη όμως συζήτηση των θεμάτων, εν μέσω πολεμικών συγκρούσεων στην Ουκρανία, υπό την πίεση αλληλεπικαλυπτόμενων κρίσεων και από ευρωπαϊκά ασυνάρτητες κυβερνήσεις, χωρίς διακηρυγμένο προσανατολισμό και έχοντας υπαναχωρήσει σε μείζονα ζητήματα ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και συνοχής, αποτελεί απόδειξη της οργανωμένης στρατηγικής ευρωπαϊκής αποσύνθεσης, την οποία ακολουθούν Κίνα και Ρωσία και στην οποία δεν μπορούν να απαντήσουν οι ΗΠΑ, όταν διακυβεύονται ταυτόχρονα δικά τους γεωπολιτικά συμφέροντα σε περιοχές πολύ πιο μακριά.

Ακόμα και ο χρόνος της κρίσης δεν επιλέχθηκε τυχαία, ούτε ήταν προϊόν ad hoc συνθηκών. Η έναρξη της διαδικασίας κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης συνέπεσε με την αλλαγή φρουράς στον Λευκό Οίκο, ενώ κάθε κίνηση της Μόσχας είναι “παντρεμένη” με δηλώσεις και κινήσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων προς τις ΗΠΑ. Η προαναγγελθείσα αποχώρηση της Άγκελα Μέρκελ και η διαμόρφωση νέου, υβριδικού πολιτικού σχήματος στη Γερμανία ως διάδοχης κατάστασης, με σημαντικές αλλαγές και ανατροπές σε πολιτικό επίπεδο, έδωσαν ξεκάθαρο πλεονέκτημα κινήσεων στη Ρωσία και το Πεκίνο.

Auditor’s note

Η Ευρώπη, λοιπόν, γνωρίζει τί ζητά η Κίνα, τί μπορούν να δώσουν οι ΗΠΑ, τί διεκδικεί η Ρωσία και ποιές επιπτώσεις θα έχουν οι συμφωνίες που θα γίνουν επί του ουκρανικού ζητήματος στα υπόλοιπα μέτωπα. Γι αυτό άλλωστε και οι Γερμανοί επιχειρούν να επιστρέψουν στον δικό τους απομονωτισμό, για να αποφύγουν να δώσουν τις απαντήσεις που ζητούνται, έως ότου έχουν σχέδιο αντιστάθμισης. Αυτή η στρατηγική δεν προκύπτει ακόμα από τα γεγονότα, αλλά από την έλλειψη αυτών. Η Ευρώπη, ταμπουρωμένη πίσω από τις κυρώσεις έχει εκχωρήσει τη γεωστρατηγική πρωτοβουλία σε Τουρκία και Ισραήλ, θέλοντας έτσι να αποφύγει… την άμεση λύση.

Οι γεωοικονομικές συνέπειες

Η σύγκρουση στην Ουκρανία είναι δύσκολο να περατωθεί, καθώς το μέτωπο αυτό συνδέεται πλέον με ευρύτερα πεδία έντασης μεταξύ ΗΠΑ, ΕΕ και Ρωσίας – Κίνας, η ευθυγράμμιση των οποίων παίρνει καιρό. Έτσι, οι σφαίρες στην Ουκρανία μπορεί να “σημαδεύουν” τις σπάνιες γαίες στη Μιανμάρ και ο Nord Stream II να “τροφοδοτείται” από το Terminal LNG στην Αλεξανδρούπολη. Η επόμενη ημέρα στην Ουκρανία δεν απέχει πολύ από τη σταθεροποίηση της Λιβύης. Η ενεργειακή κρίση που συναρτάται απόλυτα με το γεωπολιτικό σκηνικό δεν είναι βραχυχρόνια αντιμετωπίσιμη, ενώ τα έκτακτα μέτρα στήριξης δεν μπορούν να σώσουν τη βιομηχανία.

Στην οικονομία, το εμπορικό πλεόνασμα της Ευρώπης έχει γίνει έλλειμμα, με τη Ρωσία πρωτίστως και τις ΗΠΑ εν συνεχεία να καρπώνονται τα έσοδα από πωλήσεις φυσικού αερίου, LNG και πετρελαίου. Έτσι, οι κυρώσεις πλήττουν καίρια την ευρωπαϊκή οικονομία, υπονομεύοντας ταυτόχρονα εσωτερική κατανάλωση και εξαγωγές, καθώς το αυξημένο κόστος, το ακριβό ευρώ, ο πληθωρισμός και η προοπτική αύξησης επιτοκίων από την ΕΚΤ καθιστούν τους μηχανισμούς μετάδοσης πολιτικής… άχρηστους.

Μέχρι στιγμής, Fed, ΕΚΤ, ΔΝΤ και άλλοι θεσμοί χαρακτηρίζουν τον πόλεμο στην Ουκρανία παγκόσμιο γεωοικονομικό σεισμό με άγνωστες και δύσκολα προβλέψιμες επιπτώσεις. Πρώτος άλλωστε ο Ύπατος Εκπρόσωπος της ΕΕ, Ζοζέπ Μπορέλ ξεκαθάριζε ότι οι κυρώσεις έχουν αμφίδρομες επιπτώσεις. Η ΕΕ, όμως δεν κάνει τα αναγκαία συλλογικά βήματα για την ενιαία αντιμετώπιση των επιπτώσεων με την επιβεβλημένη λήψη ενιαίων μέτρων, υπονομεύοντας την ευρωπαϊκή συνοχή.

Background Notice

Είχαν προηγηθεί κινήσεις των ΗΠΑ, με την άλλοτε σιωπηρή και άλλοτε ανοιχτή υποστήριξη της ΕΕ, απέναντι στην Κίνα, τόσο στην Ταϊβάν όσο και στο Χονγκ Κονγκ. Η ανακοίνωση υπερεξοπλισμού της Αυστραλίας και άλλων χωρών της ευρύτερης Ασίας είναι παράγοντες που επηρεάζουν το γεωπολιτικό ρίσκο και κατ επέκταση τη στάση του Πεκίνου απέναντι στην Ευρώπη. Η ΕΕ, βέβαια, εσωτερικά έκανε μεγάλες κινήσεις για τον περιορισμό της κινεζικής επιρροής, τόσο σε θεσμικό όσο και σε επενδυτικό επίπεδο, με τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και εν τέλει την Κομισιόν να περνούν νόμους και ντιρεκτίβες για τον έλεγχο του κινεζικού οικονομικού ιμπεριαλισμού. Κινεζικές εταιρίες εξαιρέθηκαν από διαγωνισμούς, οι δυνατότητες εξαγορών και μεταφοράς τεχνογνωσίας στις τεχνολογικές περιορίστηκαν ουσιαστικά και οι εμπορικές συμφωνίες Βρυξελλών – Πεκίνου κόλλησαν στα εθνικά κοινοβούλια και έμειναν… ημιτελείς. Στο διάστημα του μεσοπολέμου, από την προσάρτηση της Κριμαίας μέχρι την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η Ευρώπη είχε εν γένει σταθερά αυτονομημένη στάση. Η πορεία αυτή άρχισε να αλλάζει μετά την αλλαγή της Κομισιόν και από την ήττα Τραμπ στις ΗΠΑ. Τότε, η ΕΕ αναζητούσε τρόπους να προσεγγίσει το θέμα της συλλογικής της Άμυνας, πάνω από τη δομή του NATO, το οποίο κατά δήλωση Τραμπ και Μακρόν ήταν εγκεφαλικά νεκρό. Αν και “εγκεφαλικά νεκρό” το NATO επί Τραμπ ενέταξε στις τάξεις του το Μαυροβούνιο, παρά το παρολίγον πραξικόπημα και ανοιξε ο δρόμος για την ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας, ενώ συνεχίζεται η αντιπαράθεση για τη Βοσνία Ερζεγοβίνη.

Ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ – Κίνας που ξεκίνησε επί Τραμπ δεν έχει τελειώσει, καθώς οι κυρώσεις παραμένουν ισχυρές, με την κατάσταση να επιδεινώνεται λόγω ή και με το άλλοθι του Covid-19 και τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα.

Τα μηνύματα αυτά ήταν αισθητά και στην ΕΕ, η οποία την ίδια περίοδο απέφυγε να προσεγγίσει ευθέως το Πεκίνο επιτρέποντας στον φόβο για τον κινεζικό επιχειρηματικό ιμπεριαλισμό να κυριαρχήσει.

Οι διαδοχικές ήττες των ΗΠΑ

Στην εκπνοή αυτής της περιόδου, η Ρωσία κέρδισε στο γεωπολιτικό σκάκι της Ασίας τις ΗΠΑ, επιβάλλοντας δικής της επιρροής στρατιωτική χούντα στη Μιανμάρ, με την ανοχή του Πεκίνου, τη στιγμή την ώρα που το στρατιωτικό κατεστημένο της χώρας κατηγορούνταν διεθνώς για τη γενοκτονία των μουσουλμάνων ροχίνγκγια. Στη συνέχεια, η εισβολή του Αζερμπαϊτζάν στην Αρμενία. όταν αυτή κοιτούσε προς το NATO, αποτέλεσε έναν ακόμη proxy war της σύγχρονης εποχης, με τη Ρωσία όμως να παίζει ταυτόχρονα και με τα δύο στρατόπεδα, πριμοδοτώντας τον Ερντογάν από την πλευρά των Αζέρων. Η περιπέτεια αυτή τελείωσε με την επαναφορά του γεωπολιτικού status quo στο Ναγκόρνο Καραμπάχ και την εδραίωση ρωσικής και τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή.

Την ίδια περίοδο και μεσούντος του Covid-19 το Πεκίνο ενίσχυσε σταθερά τη γεωστρατηγική του ισχύ και επιρροή, επιτυγχάνοντας να ουδετεροποιήσει το Βιετνάμ κυριολεκτικά μερικά λεπτά πριν το εντάξουν οι ΗΠΑ στη σφαίρα επιρροής τους. ΗΠΑ και ΕΕ έχασαν το στοίχημα της Συρίας και της Λιβύης, ενώ κόστος είχε και η άτακτη φυγή από το Αφγανιστάν.

Κενά εξουσίας…

Πολιτικά, η αλλαγή φρουράς στον Λευκό Οίκο, συνέπεσε με την απόσυρση Μέρκελ στη Γερμανία, τις γαλλικές εκλογές και τη σταθεροποίηση της ακροδεξιάς στο 30%, καθώς και με τη σφοδρή σύγκρουση στο εσωτερικό της ΕΕ μεταξύ των αντι-φεντεραλιστών και των προοδευτικών, για την ισχύ της Δικαιοσύνης και την εσωτερική κατανομή πόστων, αρμοδιοτήτων και… κεφαλαίων.

ΗΠΑ και ΕΕ αντέδρασαν συντονισμένα και σχεδόν αποτελεσματικά, μόνο στην πίεση της Κίνας στην Ταϊβάν και την προσάρτηση του Χονγκ Κονγκ.

Συνολικά, οι διαδοχικές ήττες των Αμερικανών και η έλλειψη ενιαίας ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής υπονόμευσαν το διεθνές κύρος τους ως ηγεμονικών δυνάμεων. Οι χειρισμοί Τραμπ απέναντι στους Κούρδους της Συρίας, του Μπάιντεν στην Λιβύη και η πανικόβλητη έξοδος από το Αφγανιστάν έπληξαν την αξιοπιστία της Ουάσιγκτον απέναντι σε παραδοσιακούς της συμμάχους, οι οποίοι άρχισαν να αναζητούν περισσότερες εγγυήσεις ασφαλείας. Κάτι τέτοιο επιχείρησε να κάνει και η Ουκρανία, πέφτοντας όμως -όπως αποδεικνύεται- στην παγίδα που έστηνε για τον Πούτιν, καθώς το NATO ήθελε πάση θυσία να αποφύγει απευθείας στρατιωτική αντιπαράθεση με τη Ρωσία και η Ευρώπη ηταν εκτός βηματισμού μετά την αποχώρηση της Άγκελα Μέρκελ και καθώς ο Σολτς δεν είχε καταφέρει να εμπεδώσει την εξουσία του, τόσο εσωτερικά όσο και διεθνώς.

…οδηγούν σε εξάρσεις βίας

Τα γεγονότα αυτά φαινομενικά μοιάζουν ασύνδετα μεταξύ τους και μακριά από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η οποία φαίνεται να ήταν απρόκλητη ή εν πάση περιπτώσει να αποτέλεσε απόρροια της προσπάθειας γεωπολιτικής επέκτασης του NATO. Αυτή είναι άλλωστε η επίσημη… “δικαιολογία” που προβάλλεται τόσο από τον Βλάντιμιρ Πούτιν, όσο και από τον Σι Ζινπίνγκ, ακόμα και από τον Σέρβο πρόεδρο Βούτσιτς.

Την περίοδο εκείνη, οι εντάσεις ΕΕ – Ρωσίας και οι σχέσεις με την Κίνα δεν ήταν ακμάζουσες, ήταν όμως καλύτερες και γενικά σταθερές, με ανοιχτές και πολυεπίπεδες διαπραγματεύσεις.

Η επαναπροσέγγιση ΗΠΑ – ΕΕ και η διάθεση Μπάιντεν για ισχυροποίηση του NATO, φαίνεται ότι ενεργοποίησε ποροϋπάρχοντες σχεδιασμούς γεωπολιτικής αντιστάθμισης, οι οποίοι συνδυαστικά οδηγούν σε έναν χαλαρό άξονα Μόσχας – Πεκίνου, αναβαθμίζουν την γεωτρατηγική αξία της Τουρκίας και “τραβάνε την πρίζα” στην γεωοικονομική ισχύ της Ευρώπης.

Πρόβλημα μετάδοσης πολιτικής

Την ίδια στιγμή, από ευρωπαϊκής πλευράς, οι ηγέτες που συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις είναι -στις περισσότερες περιπτώσεις- νεόκοποι, χωρίς πολιτικό βάθος και που δεν έχουν καταφέρει ακόμα να ελέγξουν τους μηχανισμούς της εξουσίας στις χώρες τους. Ακόμα όμως και οι παλαιότεροι, όπως ο Μακρόν, είναι διασπασμένοι από τον αντίκτυπο των κρίσεων στο εσωτερικό των χωρών τους, και το ρίσκο απώλειας πολιτικής ηγεμονίας.

Η Ευρώπη ενώπιον της κρίσης αναγκάζεται να λάβει αποφάσεις και να επωμιστεί βάρη για τα οποία ακόμα δεν διαθέτει μηχανισμούς αντιμετώπισης ή ενιαία πολιτική διαχείρισης, και τα οποία επικάθονται εσωτερικών πολιτικών και δομικών αντιπαραθέσεων, οι οποίες υποβαθμίζονται και παρακάμπτονται δημιουργώντας φλεγμονές που προοπτικά θα συμβάλουν στη δυσλειτουργικότητα του ομοσπονδιακού χαρακτήρα του οικοδομήματος.

Έτσι, ενώ δίνει status προστασίας στους πρόσφυγες από την Ουκρανία, προσελκύοντας αυξανόμενους αριθμούς, που έχουν ήδη υπερβεί την έξαρση της προσφυγικής κρίσης του 2015, απέρριψε την προοπτική έκδοσης ευρωομολόγων. Έτσι, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αγκαλιάζουν τις ταυτόχρονες κρίσεις, επωμιζόμενες οικονομικά κόστη, τα οποία μετακυλίονται στην κοινωνία και υπονομεύουν στην πολιτική σταθερότητα και τις οικονομικές προοπτικές, αυξάνοντας το ρίσκο κοινωνικών αναταραχών. Για τα προβλήματα αυτά, τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ προσφέρουν λίγα, ζητάνε πολλά και είναι ακατάλληλα, καθώς η πολιτική που τα διαμόρφωσε ήταν η αντιμετώπιση προσωρινών κρίσεων.

Όταν η Κίνα κέρδισε τις ΗΠΑ στην Ελλάδα

Καθώς τα προβλήματα θα δοκιμάζουν οικονομίες και χώρες και η δυνατότητα των ΗΠΑ να στηρίξουν τη διατήρηση βιοτικού επιπέδου μέσα από σχήματα αμυντικής και στρατηγικής συνεργασίας είναι περιορισμένες και εξαντλούνται όταν δεν υπάρχει επιχειρηματική δυναμική, τότε ο αντίπαλος πόλος θα είναι σε θέση να εκμεταλλευτεί ad hoc ευαλωτότητες και να μεγιστοποιήσει τα οριακά οφέλη από τις διευρυνόμενες αδυναμίες των υφιστάμενων σχημάτων.

Μικρογραφία αυτού του μοντέλου ήταν η Ελλάδα κατά τη διάρκεια των Μνημονίων, όταν αναγκάστηκε να στραφεί εκτός ΕΕ και παραδοσιακών συμμαχιών ανζητώντας επενδύσεις και φρέσκο χρήμα. Τότε αυξήθηκε η επιχειρηματική παρουσία των Κινέζων και η αύξηση της γεωπολιτικής τους επιρροής στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, καθώς ο Πειραιάς λειτούργησε όχι μόνο ως hub για τις μεταφορές, αλλά και ως πολλαπλασιαστής γεωοικονομικής ισχύος, αφού επρόκειτο για σημαντικό λιμάνι εντός της ΕΕ, σε μια χώρα με σχετικά ήπια κυβερνητικά μοντέλα, περιορισμένες αντιστάσεις και ανύπαρκτο οικονομικό ρατσισμό.

Προσπάθεια αντιστροφής

Έκτοτε οι ΗΠΑ έχουν προσπαθήσει να αλλάξουν τη δυναμική των πραγμάτων, προσεγγίζοντας τις ελληνικές κυβερνήσεις σε νέα γεωοικονομική και ενισχυμένη γεωστρατηγική βάση, έχουν αυξήσει την αμυντική και επιχειρηματική τους παρουσία και διεκδικούν πλέον σημαντικές θέσεις στην αγορά ενέργειας και τις πύλες εισόδου της χώρας και της… ΕΕ.

Σε αυτή την πολιτική επανάκαμψης των ΗΠΑ ευνόησαν και οι συνδυασμένες κυρώσεις απέναντι στην Κίνα, με την Ευρώπη να περιορίζει τις θέσεις Κινέζων σε κρίσιμες υποδομές.

 

ΠΗΓΗ

Πηγή fantomas.gr