Oxford Economics: Οι επιπτώσεις για την Ελλάδα από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία – Χαμηλότερη ανάπτυξη, επίμονα υψηλός πληθωρισμός

 

Σε υποβάθμιση των εκτιμήσεών της για την ανάπτυξη στην Ελλάδα φέτος, στο 3% από 3,3% πριν, προχώρησε η Oxford Economics, καθώς όπως τονίζει οι προοπτικές έχουν επιδεινωθεί λόγω της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Παράλληλα εκτιμά πως το 2023 η ανάπτυξη θα είναι ιδιαίτερα ισχυρή, στο 5,4%, ενώ λόγω της επιθετικής πλέον στάσης της ΕΚΤ βλέπει εκτόξευση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων από το 2,7% φέτος στο 3,1% το 2023 και στο 3,5% το 2024.

Όπως σημειώνει, οι εθνικοί λογαριασμοί παρουσίασαν αναθεωρήσεις προς τα κάτω για το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο πέρυσι, ενώ η οικονομία παρουσίασε ήπια επέκταση το τέταρτο τρίμηνο. Τα διαθέσιμα στοιχεία για το πρώτο τρίμηνο δείχνουν επιφυλακτικές προοπτικές για την ελληνική οικονομία και αναμένεται περαιτέρω επιβράδυνση μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 4% μηνιαίως τον Ιανουάριο παρά τα πρώτα σημάδια χαλάρωσης των σημείων συμφόρησης στον εφοδιασμό. Επιπλέον, τα δεδομένα για το κλίμα για τον Φεβρουάριο είδαν την επιδείνωση της εμπιστοσύνης στον κλάδο της βιομηχανίας και του λιανικού εμπορίου, αλλά η Oxford Economics αναμένει μια ευρεία και σημαντική πτώση του κλίματος σε όλους τους τομείς εν μέσω αυξανόμενων ανησυχιών για τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Η εμφάνιση της παραλλαγής Omicron στα μέσα του δ’ τριμήνου του περασμένου έτους και ο πόλεμος στην Ουκρανία θα επηρεάσουν τις οικονομικές προοπτικές για το 2022. Οι οικονομικές επιπτώσεις της σύγκρουσης θα γίνουν αισθητές κυρίως μέσω της αύξησης των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων, της επιδείνωσης της εμπιστοσύνης, της αναταραχής στις χρηματοπιστωτικές αγορές, και περαιτέρω διακοπές στις αλυσίδες εφοδιασμού. Παρά τον θετικό αντίκτυπο από τη χρηματοδότηση της Ε.Ε και το Ταμείο Ανάκαμψης, οι προοπτικές για φέτος αντιμετωπίζουν αυξανόμενους αντίθετους ανέμους.

Συνεπώς, η Oxford Economics αναμένει ότι η ελληνική οικονομία θα χτυπηθεί περαιτέρω το 2022 λόγω της ταχείας κλιμάκωσης του πολέμου στην Ουκρανία και των επιπτώσεων στις οικονομίες της ευρωζώνης. Οι υψηλές τιμές της ενέργειας και ο πληθωρισμός των τροφίμων ο οποίος βρίσκεται σε άνοδο παραμένουν οι κύριες βραχυπρόθεσμες προκλήσεις για την ελληνική οικονομία, αλλά άλλοι κίνδυνοι για τις προοπτικές αυξάνονται. Μεταξύ των άλλων παραγόντων, η διακοπή της παραγωγής, η αναταραχή στις χρηματοπιστωτικές αγορές και η επιβράδυνση του εμπορίου παίζουν ήδη ρόλο.

Οι εθνικοί λογαριασμοί για το τέταρτο τρίμηνο έδειξαν ότι το ΑΕΠ αυξήθηκε 0,4% σε τριμηνιαία βάση, ξεπερνώντας τις προσδοκίες για μικρή πτώση δεδομένης της διαφοράς της παραλλαγής Omicron και των επακόλουθων περιορισμών στο τέλος του τριμήνου. Η δραστηριότητα υποστηρίχθηκε από ισχυρές επενδύσεις, την ανάκαμψη της ιδιωτικής κατανάλωσης και την ανάκαμψη των εξαγωγών. Ειδικότερα, οι εξαγωγές υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 9,5% σε τριμηνιαία βάση, χάρη στη μεγαλύτερη από το συνηθισμένο τουριστική περίοδο. Αλλά αναμένεται ότι αυτή η ευνοϊκή δυναμική θα σταματήσει στο πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους.

Ο πληθωρισμός συνέχισε να εκπλήσσει τον Φεβρουάριο και έφτασε στο ρεκόρ 7,2% ετησίως, υψηλό 26 ετών, με τις τιμές της ενέργειας, των μεταφορών και των τροφίμων να αποτελούν τους κύριους μοχλούς της ανοδικής τάσης. Για να εξουδετερώσει τις αρνητικές επιπτώσεις του υψηλότερου ενεργειακού κόστους στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, η κυβέρνηση επέκτεινε περαιτέρω επιδοτήσεις για την προστασία των πιο ευάλωτων και ανακοίνωσε πρόσθετα μέτρα ανακούφισης.

Η Oxford Economics πλέον αναμένει ότι η άνοδος του πληθωρισμού θα διαρκέσει περισσότερο από ό,τι πίστευε προηγουμένως, λόγω του πολέμου στην Ουκρανία και των επακόλουθων επιπτώσεων στις τιμές (ειδικά την ενέργεια και τα τρόφιμα), πριν αρχίσει να επιβραδύνεται σταδιακά από τα τέλη του 2022. Ο πληθωρισμός κατά μέσο όρο θα κινηθεί στο 4,6% φέτος (από 2,8% που προβλεπόταν προηγουμένως).

Οι επενδύσεις πάντως θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν την ανάκαμψη. Οι επενδύσεις πήγαν αρκετά καλά κατά τη διάρκεια της πανδημίας και συνέχισαν να παρουσιάζουν ισχυρή ανθεκτικότητα το 2021, αυξημένες κατά περισσότερο από 19% κατά τη διάρκεια του έτους. Με τα κεφάλαια του NGEU που θα δαπανηθούν το 2021-26, περίπου 31 δισ. ευρώ (17,8 δισ. ευρώ επιχορηγήσεις και 12,7 δισ. ευρώ δάνεια), οι επενδύσεις θα παραμείνουν ανθεκτικές το 2022. Ωστόσο, η Oxford Economics μειώνει τις προβλέψεις της για αύξηση των επενδύσεων στο 10% (από 12% τον περασμένο μήνα) λόγω της αβεβαιότητας που προέρχεται από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Τέλος, όπως τονίζει, παρά τους αντίθετους ανέμους και την αυξημένη αβεβαιότητα που προέκυψε από τον πόλεμο στην Ουκρανία, η ΕΚΤ παρέμεινε κάπως επιθετική στην τελευταία της συνεδρίαση, θέτοντας πρόσθετες προκλήσεις για τα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας βραχυπρόθεσμα. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Oxford Economics, οι αποδόσεις του 10ετούς ελληνικού ομολόγου θα κινηθούν σε ανοδική τροχιά τα επόμενα χρόνια και από το 2,7% φέτος θα αυξηθούν στο 3,1% το 2023 και στο 3,5% το 2024.

 

capital.gr

Πηγή fantomas.gr