Ρωσία: Οι αυτοεξόριστοι φρουροί της ανεξάρτητης ενημέρωσης

Υπήρχε μια απαγορευμένη λέξη: «πόλεμος». Και μια μοναδική πηγή πληροφόρησης την οποία έπρεπε να επικαλούνται: το ρωσικό υπουργείο Αμυνας. Οποιαδήποτε παρέκκλιση από την επίσημη κρατική γραμμή θα μπορούσε πλέον, βάσει μιας νέας νομοθετικής διάταξης, να επιφέρει ακόμη και πολυετείς ποινές φυλάκισης. Ο 40χρονος δημοσιογράφος Αλεξέι Κοβάλεφ δεν ήταν πρόθυμος να συμβιβαστεί με τις υποδείξεις. Στις 3 Μαρτίου εγκατέλειψε το σπίτι του στη Μόσχα. Μαζί με τη γυναίκα του, τον σκύλο τους και όσες βαλίτσες άντεχαν τα χέρια τους, διέσχισαν περπατώντας τα σύνορα με τη Λετονία. Προτίμησε να αυτοεξοριστεί για να μπορεί, όπως λέει, να μιλάει ελεύθερα.

Η αλλαγή τού φάνηκε τόσο αιφνίδια, που μέχρι και την τελευταία στιγμή ήταν δύσκολο να το συνειδητοποιήσει. «Ακόμη και την ημέρα που φύγαμε έκανα σχέδια για την επόμενη εβδομάδα στη Ρωσία. Είχα ζήσει στο παρελθόν στο εξωτερικό για μήνες ή για χρόνια, αλλά πάντοτε επέστρεφα. Τώρα δεν μπορώ. Αφησα το σπίτι μου, τα φυτά μου, έχω αφήσει πίσω όλη μου τη ζωή», λέει στην «Κ». «Δεν θα μπορέσουμε να επιστρέψουμε όσο ο Πούτιν είναι ακόμη στην εξουσία. Πλέον είμαστε πρόσφυγες».

Υπό τον φόβο διώξεων στη Ρωσία δεκάδες άλλοι δημοσιογράφοι έχουν επιλέξει τις τελευταίες εβδομάδες ως μόνη λύση τη φυγή σε άλλες χώρες. Δυτικά μέσα ενημέρωσης, όπως η εφημερίδα New York Times και το ειδησεογραφικό πρακτορείο Bloomberg, ανέφεραν ότι αναστέλλουν προσωρινά τη λειτουργία τους σε ρωσικό έδαφος για να μη ρισκάρουν την ασφάλεια του προσωπικού τους. Η πρόσβαση στις ιστοσελίδες του BBC, της Deutsche Welle και του Radio Free Europe/Radio Liberty, έχει μπλοκαριστεί από τη ρωσική κυβέρνηση ως αντίποινα απέναντι σε αντίστοιχες απαγορεύσεις του RT και του Sputnik, που είχαν τεθεί σε ισχύ σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Μακριά από τα χαρακώματα, η ανάγκη ελέγχου της πληροφόρησης έχει οδηγήσει και σε έναν πρωτοφανή πόλεμο με τις λέξεις.

Ο Κοβάλεφ ήταν ιδιαίτερα ανήσυχος την προηγούμενη εβδομάδα. Υπήρχε έντονη φημολογία, όπως λέει, ότι επρόκειτο να επιβληθεί στρατιωτικός νόμος στη Ρωσία. Θεωρούσε ότι σε αυτή την περίπτωση θα έκλειναν τα σύνορα και θα έμπαινε αυτόματα στο στόχαστρο των Αρχών εξαιτίας της δουλειάς του. Είναι δημοσιογράφος στην ερευνητική ιστοσελίδα Meduza, ένα μέσο όπου συχνά δημοσιεύονται ρεπορτάζ κόντρα στο κυρίαρχο κρατικό αφήγημα.

Αρχικά, τους ζητήθηκε από τις ρωσικές αρχές να μη χρησιμοποιούν τη λέξη «πόλεμος» όταν αναφέρονται στην εισβολή στην Ουκρανία, αλλά να μιλούν για «ειδική στρατιωτική επιχείρηση». Δεν θα μπορούσαν ακόμη να ανατρέξουν σε άλλες πηγές για το ίδιο θέμα, πέρα από το ρωσικό υπουργείο Αμυνας. Σε διαφορετική περίπτωση όσα ανέφεραν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως «λανθασμένη πληροφόρηση» και να οδηγήσουν τους δημοσιογράφους ακόμη και στη φυλακή. «Αρνηθήκαμε, ώσπου στις 4 Μαρτίου μπλόκαραν την ιστοσελίδα μας», λέει ο Κοβάλεφ. «Πέρασαν έναν νόμο που ουσιαστικά αντιμετωπίζει το επάγγελμά μου ως εγκληματική δραστηριότητα».

Επειτα ζύγισε τις επιλογές του. Ο εναέριος χώρος σε κράτη της Ευρωπαϊκής Ενωσης ήταν κλειστός για αεροσκάφη προερχόμενα από τη Ρωσία, οπότε δεν θα μπορούσε να καταφύγει εύκολα και άμεσα στη Δυτική Ευρώπη. Οι πτήσεις προς Κωνσταντινούπολη ή Ερεβάν ήταν πλέον πανάκριβες. Επρεπε να φύγει από κάποιο χερσαίο πέρασμα. Επέλεξε έναν μικρό μεθοριακό σταθμό στα σύνορα με τη Λετονία. Είχε ακούσει μαρτυρίες ότι στα αεροδρόμια άλλοι Ρώσοι που ξενιτεύονταν μπορεί να υποβάλλονταν σε εξονυχιστικούς ελέγχους, στη δική του περίπτωση όμως η έξοδος από τη Ρωσία κύλησε χωρίς κάτι το αξιοσημείωτο.

 

Οι «ξένοι πράκτορες»

Εγκαταστάθηκε στη Ρίγα, περίπου 920 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του στη Μόσχα και έσμιξε με άλλους συναδέλφους του, οι οποίοι ήδη πριν από χρόνια είχαν φτιάξει τη ζωή τους εκεί. Τα γραφεία της ιστοσελίδας Meduza στεγάζονται στη Λετονία. Ο Κοβάλεφ εξηγεί ότι είχαν επιλέξει να λειτουργούν από μια γειτονική χώρα για να «προστατευθούν από εφόδους της αστυνομίας, ή την πιθανότητα κατάσχεσης του εξοπλισμού τους». Η ιστοσελίδα τους είναι ιδιαίτερα δημοφιλής, με εκατοντάδες χιλιάδες ακολούθους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Είχε φτάσει να έχει πάνω από 2,5 εκατ. δολάρια ετήσια έσοδα από τις διαφημίσεις, ώσπου τον Απρίλιο του 2021 καταχωρίστηκε από τις ρωσικές αρχές στη λίστα των «ξένων πρακτόρων». Οι επιπτώσεις έγιναν άμεσα αισθητές. Μέσα σε μια εβδομάδα, όπως έχουν αναφέρει στελέχη της ιστοσελίδας, έχασαν το 95% των διαφημιζομένων.
Βάσει αυτής της διάταξης θα έπρεπε το ίδιο το μέσο να συνοδεύει κάθε ανάρτησή του στα social media, καθώς και κάθε δημοσίευμά του, με ένα μακροσκελές κείμενο στο οποίο θα αναφέρεται με κεφαλαία γράμματα ότι είναι «ξένοι πράκτορες». Ο σχετικός νόμος είχε θεσπιστεί το 2012 κυρίως για ξένες μη κυβερνητικές οργανώσεις και από το 2017 και έπειτα επεκτάθηκε στον δημοσιογραφικό κλάδο, μετά την απόφαση των ΗΠΑ να προβούν σε αντίστοιχο χαρακτηρισμό του RT. Ο Αντρέι Ζαχάροφ, δημοσιογράφος της ρωσικής υπηρεσίας του BBC, είχε περιληφθεί στην ίδια λίστα από τις ρωσικές αρχές. Οπως λέει στην «Κ», αυτή η νέα πλέον «ιδιότητα» που του είχαν αποδώσει στιγμάτιζε τον ίδιο και άλλους ανεξάρτητους δημοσιογράφους, λειτουργούσε «τιμωρητικά», ως μια ένδειξη ότι οι αναγνώστες «δεν μπορούν να σε εμπιστεύονται, ότι είσαι εχθρός του κράτους».

Ο φόβος της φυλακής

Ο Ζαχάροφ είχε ερευνήσει εκτενώς στο παρελθόν τις εκστρατείες διαδικτυακής παραπληροφόρησης, καθώς και τη δράση ομάδων χάκερ στη Ρωσία. Στο πλαίσιο της δουλειάς του είχε βρεθεί παλαιότερα και στην Ελλάδα για να καλύψει την υπόθεση του «Mr. Bitcoin», κατά κόσμον Αλεξάντερ Βίνικ, την έκδοση του οποίου διεκδικούσαν οι ΗΠΑ και η Ρωσία για αδικήματα στον κυβερνοχώρο. Αποφάσισε να εγκαταλείψει την πατρίδα του και να εγκατασταθεί σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, πριν από λίγους μήνες, προτού ξεσπάσει ο πόλεμος στην Ουκρανία. Η καταχώρισή του στη λίστα των «ξένων πρακτόρων» δεν ήταν ο μόνος λόγος.

Οπως λέει στην «Κ», για κάποιο διάστημα είχε καταλάβει ότι βρισκόταν υπό παρακολούθηση στη Ρωσία. Θεωρεί ότι ήθελαν με αυτή την πρακτική να του στείλουν το μήνυμα πως είναι ανεπιθύμητος στη χώρα. «Δεκάδες ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι έχουν εγκαταλείψει τη Ρωσία γιατί φοβούνται μήπως καταλήξουν στη φυλακή», λέει.

Ο Κοβάλεφ επισημαίνει ότι υπάρχει μια σημαντική πλέον κοινότητα αυτοεξόριστων Ρώσων δημοσιογράφων και ακτιβιστών στην Κωνσταντινούπολη, στο Ερεβάν και τη Ρίγα. Δεν περίμενε, όπως λέει, ότι θα βίωνε ένα τόσο απολυταρχικό καθεστώς και ότι ο κλοιός των απαγορεύσεων θα γινόταν κάποια στιγμή ασφυκτικός, περιορίζοντας την ελευθερία του λόγου. «Τουλάχιστον αυτή τη στιγμή το σπίτι μου στη Μόσχα δεν βομβαρδίζεται», λέει – σε σύγκριση με όσα έχουν να αντιμετωπίσουν οι Ουκρανοί πρόσφυγες και οι άμαχοι που έμειναν πίσω κινδυνεύουν καθημερινά, θρηνώντας ήδη οικείους τους. «Είμαι τυχερός που θα ζήσω για την επόμενη μέρα».

KATHIMERINI

Πηγή fantomas.gr