Νίκος Βαμβακούλας «”Ρε π#@στη μπουζούκια πριν το ματς;”, την έβρισκα στα υπόγεια της Συγγρού»

Ο θρύλος του Νίκου Βαμβακούλα ξετυλίγεται στο Gazzetta από τα χείλη του ίδιου. Από τη Ζαχάρω στην Αθήνα και στο Λαύριο. Το πέρασμα στη Λαυρεωτική και από εκεί ο Ολυμπιακός. Γράψτε λάθος. Η ΑΕΚ και μετά, λόγω Μαρινάκη και Θεοδωρακάκη ο Ολυμπιακός. Ο Μπάρλος που δέχτηκε να τον ανταλλάξει για τον Βιέρα, τα 8 χρόνια στο Λιμάνι που τον έκαναν Ολυμπιακό κι η θυσία που έγινε για να πάει στον Παναθηναϊκό.

Τα καλαμπούρια, οι πλάκες με τον Αναστόπουλο, ο κολλητός του ο Δημήτρης Σαραβάκος, ο Μήτσος όπως τον αποκαλεί και το ψάρεμα που πάνε παρέα αλλά και ο χαβαλές με τα πειραγμένα BMW που είχαν πριν από 20 χρόνια. Πώς του κόλλησε το “Τραμπάκουλας” ο Χάρρυ Κλυνν και γιατί βγήκε το “Τιραμόλας“; Ποιος είναι ο μύθος πίσω από την 3μελή επιτροπή από 5 άτομα και του “You Foul” στο ματς με τη Γιουβέντους.

Μέσα σ’ όλα αυτά αναφέρθηκε στο μαλλί που δεν έχει κόψει ποτέ και ενέπνευσε την Αννα Βίσση αλλά κι άλλες γυναίκες και άνδρες στα ’80s, ενώ δεν ξεχνά τη μέρα που ο Αλέφαντος καταράστηκε τον Νταϊφά.


Να ξεκινήσουμε από τα παιδικά σας χρόνια.
«Με ‘χουν συνδέσει με το Λαύριο, όπου και έπαιζα. Η καταγωγή του πατέρα μου είναι από τη Ζαχάρω – εκεί έζησα μέχρι τα επτά μου. Μετά ήρθα στην Αθήνα και πήγα στο Λαύριο. Μεγάλωσα με τη γιαγιά και τον παππού μου, έπαιξα μπάλα εκεί και στη συνέχεια με ανακάλυψε ο Μιλτιάδης Μαρινάκης…».

Άνω τελεία. Θυμάστε τα χρόνια στη Ζαχάρω;
«Βέβαια και τα θυμάμαι. Η ζωή εκεί ήταν πολύ καλή γιατί ο παππούς μου είχε δύο φούρνους. Εγώ φόρτωνα το γάιδαρο με τα κοφίνια και πήγαινα τα ψωμιά στα γύρω χωριά. Δούλευα από μικρός, έχω κάνει πολλές δουλειές. Αρχικά στον παππού μου, μετά τελείωσα το σχολείο στο Λαύριο και πήγα στην ΙΖΟΛΑ, που έβγαζε μπάνια. Τα Σαββατοκύριακα θυμάμαι ότι βοηθούσα κάτι φίλους και πήγαινα πάγους στα σινεμά. Εχω μεγαλώσει στο πεζοδρόμιο, δεν μου τα έφερε κανένας έτοιμα. Δεν ήταν στρωτά. Μετά όταν έπαιξα στον Ολυμπιακό και έγινα επαγγελματίας ήταν άλλη η ζωή. Ο περισσότερος κόσμος δεν έχει γεννηθεί πλούσιος, έχει δουλέψει πολύ. Ενας απ’ αυτούς είμαι και εγώ».

Οι γονείς σας έμειναν στο χωριό;
«Όχι, ο πατέρας μου ήταν χωροφύλακας κι η μητέρα μου νοσοκόμα, αλλά επειδή δούλευαν έμενα με τον παππού και τη γιαγιά, αλλά και τους θείους μου».

Αδέρφια έχετε;
«Έχω έναν αδερφό δύο χρόνια μεγαλύτερό μου, τον Θανάση που ζει στα Χανιά».

Με μπάλα καμία σχέση;
«Όχι, αυτός είναι πολύ καλός τραγουδιστής. Έχει δουλέψει σε πολλά μαγαζιά. Τώρα έχω έναν γιο 37 χρονών, τον Μιλτιάδη και από το δεύτερό μου γάμο έχω ένα κοριτσάκι την Εύα. Δόξα τω Θεώ όλα καλά. Έχουμε την υγεία μας και καλούς φίλους. Περνάμε καλά».

Στον γιο δεν άρεσε η μπάλα;
«Ξεκίνησε ερασιτεχνικά, 2-3 φορές είχε πάει τη μπάλα στο τμήμα, την πέρασε για χειροβομβίδα. Ο Μίλτος μαζί με το συνεργάτη του τον Αρτέμη έχει τρία μαγαζιά “Coffee Academy” – που και που τους βοηθάω και εγώ».


«ΑΠΟΚΑΛΟΥΣΑΜΕ “ΠΑΤΕΡΑ” ΤΟΝ ΜΙΛΤΙΑΔΗ ΜΑΡΙΝΑΚΗ, Ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΕΡΧΟΤΑΝ ΑΠΟ ΠΑΙΔΙ ΣΤΟΥ ΡΕΝΤΗ»

Πότε καταλάβατε το ταλέντο σας στη μπάλα;
«Από μικρός. Πετούσαμε την τσάντα και παίζαμε ώρες μπάλα. Το να έχεις ταλέντο και να το καταλάβεις δεν αρκεί. Πρέπει να σου δώσει την ευκαιρία και κάποιος. Εγώ έπαιζα στο Λαύριο και είχα βάλει 62 γκολ σε μια σεζόν – ιστορικό επίτευγμα – ήμουν από τους καλύτερους σέντερ φορ και έπαιζα και λίμπερο. Ε, εκεί με είδε ο “Άγιος άνθρωπος”, ο “πατέρας” όπως τον αποκαλούσαμε, ο Μιλτιάδης Μαρινάκης και με πήρε στον Ολυμπιακό όπως σας είπα.


ΔΕΙΤΕ ΤΟ MY STORY ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΒΑΜΒΑΚΟΥΛΑ ΣΤΟ GAZZETTA ΜΕ ΤΗ ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΕΝΩ ΕΙΧΕ ΥΠΟΓΡΑΨΕΙ ΣΤΗΝ ΑΕΚ

Και ο Βαγγέλης (Μαρινάκης) ερχόταν από παιδί στου Ρέντη, ξέρει από μπάλα. Δεν μπορείς να τον κοροϊδέψεις αυτόν τον άνθρωπο. Το ποδόσφαιρο δεν μαθαίνεται. Ο Βαγγέλης έχει μάθει και θα μάθει και θα μάθει…».


«ΗΜΟΥΝ ΣΑΝ ΤΟΝ ΣΤΑΘΗ ΨΑΛΤΗ, ΕΛΕΓΑΝ “ΤΡΕΛΟ” ΤΟΝ ΒΕΣΕΛΙΝΟΒΙΤΣ ΟΤΑΝ Μ’ ΕΒΑΛΕ 18 ΧΡΟΝΩΝ ΒΑΣΙΚΟ»

Μας είπατε πώς πήγατε στον Ολυμπιακό. Θέλω να θυμηθείτε την πρώτη μέρα που βάλατε τη φόρμα της ομάδας.
«Ήμουν 18 ετών, ότι είχα πάει φαντάρος. Θυμάμαι ότι ένιωθες το βάρος της φανέλας αυτής ακόμα κι αν φορούσες το προπονητικό. Όμως, είχα ανθρώπους δίπλα μου που με βοήθησαν να μπω στην ομάδα, όπως τον Γιώργο Δεληκάρη και στην πορεία τον αείμνηστο τον Κυράστα, που με βοήθησε πάρα πολύ ποδοσφαιρικά. Από προπονητές αυτός που με στήριξε απόλυτα ήταν ο Τόζα Βεσελίνοβιτς.

Θυμάμαι ότι με έβαλε μέσα στην Παναχαϊκή, που τότε είχε ομαδάρα και του έλεγαν: “Πού το πας αυτό το παιδί 18 ετών;”. Τότε δεν ήταν εύκολο να σε πάρουν από το ερασιτεχνικό και να παίξεις κατευθείαν σε επαγγελματικό, παρόλο που σ’ αυτό το επίπεδο υπήρχαν πολύ καλοί παίκτες. Ο Τόζα όμως μου έδωσε την ευκαιρία. Οι δημοσιογράφοι του είπαν ότι είναι τρελός και τους απάντησε: “Αυτός σ’ έξι μήνες μ’ έναν χρόνο θα παίξει στην Εθνική”. Γελούσαν κάποιοι. Στην Πάτρα το γήπεδο είχε λάσπη, ήμουν 71-73 κιλά, σαν τον Στάθη Ψάλτη, αλλά δεν κόλλησα. Πετούσα».

Τί θέση σας έβαλε;
«Αριστερό μπακ».

Άρα ο Βεσελίνοβιτς σας καθιέρωσε σ’ αυτήν τη θέση.
«Ναι».

Ποιος έπαιζε τότε αριστερό μπακ στον Ολυμπιακό;
«Τότε ο Κυράστας».

Αυτό το βάρος ότι «θα πάρω τη θέση του Κυράστα» υπήρχε μέσα σας;
«Δεν έλεγα ότι θα του πάρω τη θέση, αλλά είχα βάλει πείσμα να παίξω. Το πρώτο παιχνίδι το έπαιξα όπως είπα στην Πάτρα και το δεύτερο με τον Απόλλωνα στο γήπεδο μας που νικήσαμε 2-1 και το τρίτο που ήταν και σταθμός μέσα στη Λεωφόρο όπου νικήσαμε 2-3. Αντίπαλο είχα τον Γραμμό, που τον έκανα αλλαγή και μετά μπήκε ο Γονιός. Aπό εκείνο το ματς ήμουν σταθερός στην πρώτη ομάδα, το ’77 έπαιξα 13-14 ματς και το ’78 έγινα βασικός».


«ΖΟΓΚΛΕΡ Ο ΔΕΛΗΚΑΡΗΣ, ΣΚΟΡΑΡΑ ΣΤΟΝ ΚΕΛΕΣΙΔΗ ΚΑΙ ΜΕ ΠΕΤΑΞΕ 30 ΜΕΤΡΑ ΜΑΚΡΙΑ ΣΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΦΑΣΗ»

Απ’ όλους αυτούς τους παικταράδες ποιος ήταν ο κορυφαίος;
«Ως παίκτης ο Δεληκάρης. Ήταν ένας παίκτης που τα έκανε όλα μέσα στο γήπεδο. Ζογκλέρ, όπως λέγαμε μετά και για τον Χατζηπαναγή. Εγώ είμαι τυχερός γιατί ήμουν 18 ετών και έπαιξα αντίπαλος με τον Κούδα, τον Δομάζο, τον Παπαϊωάννου. Τότε, ήταν στην ομάδα ο “μεγάλος” και σου έλεγε “μικρέ, φέρε τις μπάλες και τα παπούτσια μου από μέσα”. Αυτοί είχαν κάνει όνομα…».

Σ’ εσάς το έλεγαν;
«Ναι… Θυμάμαι παίζαμε ένα διπλό στην προπόνηση. Τερματοφύλακας ήταν ο Κελεσίδης. Έγώ ήμουν πολύ καλός με το κεφάλι και όπως σηκώνομαι έκανα γκολ. Μου λέει ο Κελεσίδης: “Για έλα ξανά”. Σηκώνομαι και μου λέει ο Δεληκάρης: “Μην ακούς κανέναν, πήγαινε πάλι”. Όντως πήγα πάλι. Όμως, ο Κελεσίδης βγαίνει στη σέντρα που έγινε για να διώξει και κατάλαβα ότι με είχε πετάξει 30 μέτρα, στο απέναντι ντουβάρι. Ο Κελεσίδης ήταν δυνατός. Μετά στην πορεία που έγινα βασικός προσπαθούσα να προστατεύω τα νέα παιδιά και νομίζω ότι σ’ όλες τις ομάδες που έπαιξα και στον Παναθηναϊκό και στον Ιωνικό και στον ΟΦΗ μόνο καλά έχω να πω αλλά και να πουν για εμένα. Πέρασα καλά και πέρασαν καλά μαζί μου. Δεν νομίζω να πάρεις κάποιον τηλέφωνο και να σου πει ότι παίκτες είχαν θέματα μαζί μου».

Το προπονητικό κέντρο στου Ρέντη τότε πως ήταν;
«Αλλάζαμε σ’ ένα ξύλινο, δεν υπήρχαν αποδυτήρια. Από γήπεδα ήταν μόνο ένα μεγάλο κι ένα μικρό. Στο μικρό κάναμε τις προπονήσεις – αυτό τώρα έχει γίνει πλαστικό. Το μεγάλο το αφήναμε για παραμονές του αγώνα. Εξέδρες υπήρχαν και κάτω απ’ αυτές ήταν το τμήμα της πυγμαχίας. Ο Ολυμπιακός δεν είχε τότε τις εγκαταστάσεις που έχει σήμερα. Ο Κόκκαλης έφτιαξε το προπονητικό κι ο Μαρινάκης το έχει μετατρέψει σ’ ένα από τα καλύτερα της Ευρώπης. Μένουν παιδιά μέσα, έχει τα πάντα. Στην Παιανία έγινε το πρώτο προπονητικό όπου έμεναν παιδιά μέσα. Τώρα στου Ρέντη για να μείνουν τα παιδιά μέσα στις εγκαταστάσεις του, πρέπει να πηγαίνουν και καλά στο σχολείο».

Πώς θυμάστε το πρώτο σας γκολ με τη φανέλα του Ολυμπιακού;
«Πρώτος πρόεδρος που βρήκα στον Ολυμπιακό ήταν ο Τσιτσαλής, που δούλευε στην τράπεζα, αλλά το κουμάντα έκαναν οι Μιλτιάδης Μαρινάκης με τον Θεοδωρακάκη. Πρώτο ματς, λοιπόν, ήταν ένα φιλικό με τον Εθνικό και έπαιζα έξω δεξιά. Το πρώτο γκολ το έκανα με τον Εθνικό στο Καραϊσκάκη».

Πώς νιώσατε;
«Κοίτα, εγώ πρόλαβα τα ωραία χρόνια που στη μία το μεσημέρι έπαιζε η Β’ ομάδα και στις τέσσερις έπαιζε η πρώτη ομάδα. Ο κόσμος πήγαινε να δει πρώτα τη Β’ ομάδα και μετά την πρώτη. Οι φίλοι του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού καθόντουσαν μαζί, έκαναν πλάκες μετά το ματς. Πολλές πλάκες και στις δουλειές τους. Τώρα δεν υπάρχουν αυτά».


«ΕΓΩ ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑ ΤΑ ΚΟΡΝΕ. ΜΑΣ ΠΕΤΟΥΣΑΝ ΑΒΓΑ ΚΑΙ ΠΕΤΡΕΣ…»

Είναι μύθος ότι στου Ρέντη έπεφταν λεμονόκουπες;
«Κοίτα, εγώ τα κορνέ δεν τα πρόλαβα. Εφυγα το ’85, υπήρχαν βέβαια και κάποιες φορές που δεν μπορούσαμε να κάνουμε προπόνηση. Μας πετούσαν αβγά, πέτρες… Εγώ πρόλαβα 1-2 γεγονότα, μετά στα πέτρινα χρόνια δεν ήμουν».

Επειδή είστε ένας άνθρωπος που δεν σας αρέσουν τα βίαια σκηνικά. Πώς σας φάνηκε τότε όταν σας πετούσαν αντικείμενα;
«Ναι, πρέπει να καταλάβει ο κόσμος και κυρίως αυτοί που πήγαιναν στου Ρέντη ότι με τη φασαρία και με το να κυνηγήσει τον παίκτη δεν θα του μάθει μπάλα. Δηλαδή, αν τον χτυπήσεις θα τον μάθεις μπάλα; Όχι. Πρέπει να καταλάβει ο κόσμος ότι μία ομάδα δεν μπορεί να νικάει πάντα κι ένας παίκτης δεν γίνεται να είναι πάντα σε καλή κατάσταση. Σ’ εμάς τότε οι καταστάσεις ήταν πιο δύσκολες γιατί για να πάρουμε χρήματα έπρεπε να νικήσουμε, δεν είναι όπως τώρα που υπάρχουν συμβόλαια. Σου έλεγε: “Αν νικήσεις τον Απόλλωνα θα πάρεις ένα χιλιάρικο” Αν δεν κέρδιζες, την άλλη εβδομάδα πάλι…».


«Η ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗ ΠΗΡΕ 500.000 ΔΡΑΧΜΕΣ ΚΑΙ ΕΦΤΑΞΕ ΤΟ ΓΗΠΕΔΟ ΤΗΣ»

Τα πρώτα χρήματα που πήρατε;
«Πρώτον δεν υπήρχαν συμβόλαια. Η ΕΠΟ έβγαζε το τί θα πάρεις αν νικήσεις στο γήπεδό σου ή εκτός. Νομίζω ότι τα πρώτα μου λεφτά ήταν στη μεταγραφή μου 100.000 δραχμές και 500.000 δραχμές πήρε η Λαυρεωτική. Ε, μετά όταν νικούσαμε έπαιρνα κι εγώ αυτά που μου αναλογούσαν. Η Λαυρεωτική απ’ αυτά τα χρήματα έφτιαξε το γήπεδό της, αλλά οι παίκτες του Ολυμπιακού κι οι πιο παλιοί έπαιρναν θέση σε κάποια δουλειά. Άλλοι γινόντουσαν αστυνομικοί, άλλοι έμπαιναν στην ΔΕΗ. Εγώ κακώς δεν μπήκα κάπου. Όταν απολύθηκα από το στρατό μου είπαν να πάω στην Αστυνομία. Κακώς δεν πήγα όπως ο Λεμονής κι ο Μητρόπουλος».

Μείνατε αρκετά χρόνια στον Ολυμπιακό λοιπόν. Γίνατε κι Ολυμπιακός;
«Ναι, έζησα 8 χρόνια εκεί. Ήμουν 18 ετών όταν πήγα, δέθηκα. Ο Ολυμπιακός μ’ έκανε αυτό που είμαι σήμερα, αλλά και εγώ δούλεψα πολύ. Ο Ολυμπιακός δεν μπορεί να σε πάρει και να σου πει “παίξε”, αλλά όλοι χρωστάμε στην ομάδα που παίξαμε ότι κάτι γίναμε τόσο σ’ αυτούς όσο και στον κόσμο».

Η γνώμη σας για τον Νταϊφά ποια είναι;
«Αριστη. Ο Νταϊφάς σου έλεγε “έχω ένα ευρώ”. Ήταν ένα ευρώ, δεν σου έταζε δέκα κι έπαιρνες ένα. Ή σου έλεγε “δεν έχουμε”».

ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗΝ ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΚΑΙ ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΑΞΕΠΕΡΑΣΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΒΑΜΒΑΚΟΥΛΑ ΕΔΩ…

ΠΗΓΗ

 

Πηγή fantomas.gr