Ν. Αναστασιάδης: Στον αγώνα μας δεν είμαστε μόνοι — Ευγνωμονούμε την Ελλάδα για την αμέριστη συμπαράσταση

Ανταπόκριση Μανιάνα Καλογεράκη

Στον αγώνα μας δεν είμαστε μόνοι. Έχουμε στο πλευρό μας την αμέριστη συμπαράσταση των εκάστοτε Κυβερνήσεων και πολιτικών δυνάμεων της Ελλάδας, για αυτό και σας ευγνωμονούμε. Έχουμε την αλληλεγγύη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και σωρείας άλλων κρατών μέσα από την πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική που ακολουθούμε, δήλωσε ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης.

Μιλώντας στην εκδήλωση του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Πανεπιστημίου Κύπρου «Οι αγώνες της Κύπρου για την εθνική παλιγγενεσία», η οποία πραγματοποιήθηκε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης εξέφρασε την βαθύτατη θλίψη του ιδίου και της Κυβέρνησης της Κύπρου για τον αδόκητο χαμό της μοναδικής φίλης, της εξαίρετου πολιτικού Φώφης Γεννηματά. «Εύχομαι αιωνία η μνήμη της αλλά και η σφραγίδα που άφησε που άφησε μέσα από το πολιτικό της ήθος να κοσμεί όσους επιζούν», σημείωσε ο κος Αναστασιάδης και πρόσθεσε:

«Αισθάνομαι ιδιαίτερη συγκίνηση και τιμή που κηρύσσω την έναρξη της ξεχωριστής αποψινής εκδήλωσης στο πλαίσιο των εορτασμών για την επέτειο των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, με ιδιαίτερη έμφαση στους αγώνες της Κύπρου για την Εθνική Παλιγγενεσία, που διοργανώνουν το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και το Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Και νιώθω ιδιαίτερη χαρά, διότι σε μια πολλαπλή εορταστική επετειακή συγκυρία, επιστρέφω στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και στη Θεσσαλονίκη, όπου πριν από δύο χρόνια η Νομική Σχολή με τίμησε με τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα.

Αλλά και πρόσθετη συγκίνηση γιατί η αποψινή εκδήλωση δεν συμπίπτει μόνο με την επέτειο της συμπλήρωσης 200 χρόνων από τον μεγάλο εθνικό ξεσηκωμό του 1821, αλλά και με τις λαμπρότερες μέρες για τη Θεσσαλονίκη:

Την παραμονή της εορτής του πολιούχου της πόλης, του Αγίου Δημητρίου, και των επετείων της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης από τον οθωμανικό ζυγό, το 1912, και τη χιτλερική φασιστική κατοχή, το 1944.

Για αυτό θεώρησα πως δεν θα μπορούσα να αρνηθώ την πρόσκληση για να παρευρεθώ σε μια εκδήλωση που οργανώνουν δύο Ανώτερα πνευματικά ιδρύματα που τιμούν την Ελλάδα και την Κύπρο, και μας κάνουν περήφανους στο εσωτερικό και διεθνώς:

Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης με τη σχεδόν αιωνόβια Ιστορία και σημαντική προσφορά του στις επιστήμες, στην παιδεία, στον πολιτισμό και την ελληνική κοινωνία, και το Πανεπιστήμιο Κύπρου που το 2022 συμπληρώνει 30 χρόνια από τότε που δέχθηκε για πρώτη φορά φοιτητές και φοιτήτριες, ανοίγοντας νέους ερευνητικούς και επιστημονικούς ορίζοντες για την Κύπρο.

Εκδηλώσεις όπως την αποψινή μας δίνουν τη δυνατότητα να αναψηλαφήσουμε κρίσιμες στιγμές του ιστορικού μας παρελθόντος, να προβληματιστούμε, να αντλήσουμε διδάγματα

για το μέλλον, να ανατρέξουμε στους πολύχρονους δεσμούς της Κύπρου με τη Μακεδονία, δύο ακριτικών γεωγραφικών περιοχών του Ελληνισμού, με εκατέρωθεν σχέσεις που χρονολογούνται από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Δύο περιοχές, η Μακεδονία και η Κύπρος που η γεωγραφική τους θέση καθόρισε και καθορίζει τον ιστορικό τους ρόλο στα Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή, αλλά και την ιστορική τους πορεία μέσα στους αιώνες, άλλοτε συγκλίνουσα και άλλοτε αποκλίνουσα.

Το κοσμοϊστορικό γεγονός της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 αποτέλεσε ένα ξεχωριστό ορόσημο στην κοινή ιστορική διαδρομή της Κύπρου και της Μακεδονίας, όπως και των άλλων πανάρχαιων κοιτίδων του Ελληνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο.

Δεν θα αναφερθώ εκτενώς στα ιστορικά γεγονότα, καθώς θα τα αναλύσουν οι εκλεκτοί ιστορικοί που θα με διαδεχθούν στο βήμα, ωστόσο δεν μπορώ να μην σημειώσω τους δύο κύριους άξονες που χαρακτηρίζουν τις άμεσες συνέπειες και τον απόηχο του 1821 στη Μακεδονία και στην Κύπρο.

Ο πρώτος ήταν οι σφαγές των κληρικών, προκρίτων και του απλού λαού, συνέπεια της «οργής του σουλτάνου» για το ξέσπασμα της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία και στην Πελοπόννησο.

Προηγήθηκε η Θεσσαλονίκη, στις 18 και 19 Μαΐου 1821 και ακολούθησε η Κύπρος με τη φρίκη της 9ης Ιουλίου.

Και ο δεύτερος άξονας ήταν η αθρόα συμμετοχή Μακεδόνων και Κυπρίων αγωνιστών που συμμετείχαν στον κοινό απελευθερωτικό αγώνα της Παλιγγενεσίας.

Είναι χαρακτηριστικό πως ενώ ο Ελληνικός πληθυσμός της Κύπρου την περίοδο εκείνη ανερχόταν σε μόλις 80 χιλιάδες, ο αριθμός των αγωνιστών που έλαβαν μέρος στον Εθνικό ξεσηκωμό, εκτιμάται πως ανερχόταν στους 1000.

Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερα σημαντική κρίνεται και η υλική συνεισφορά των Κυπρίων, με την αποστολή προμήθειων και οικονομικής βοήθειας παρά τη φτώχεια και τις όποιες κακουχίες αντιμετώπιζαν.

Είναι  για αυτό που αισθανόμαστε περήφανοι, γιατί ο Κυπριακός Ελληνισμός συνέβαλε, στο μέτρο του δυνατού, στη δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Ενός ελληνικού κράτους, η ίδρυση του οποίου έστειλε μήνυμα αισιοδοξίας και ελπίδας στους υπόδουλους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Ευρώπης, αλλά και το κίνητρο για να προχωρήσουν στις δικές τους εθνικές επαναστάσεις, που θα άλλαζαν οριστικά τον χάρτη της ηπείρου μας.

Για τους υπόδουλους Έλληνες, η δημιουργία του πρώτου ανεξάρτητου κράτους, μέσα από συλλογικές και ατομικές πράξεις αυταπάρνησης και ηρωισμού, αλλά και θλιβερές εσωτερικές συγκρούσεις και εμφύλιες αντιπαραθέσεις, εξίσου διδακτικές για μας σήμερα, ήταν το θεμέλιο για τις μεγάλες αλυτρωτικές προσδοκίες που χαρακτήρισαν την ελληνική Ιστορία των επόμενων δεκαετιών.

Για πολλές γεωγραφικές περιοχές, όπως τη Θεσσαλονίκη, το κεφάλαιο αυτό ολοκληρώθηκε με την ένταξη στο ελληνικό κράτος μετά τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913.

Στη μακρά αυτή πορεία των 200 χρόνων από το 1821 μέχρι σήμερα, οι δεσμοί της Κύπρου με τη Μακεδονία και ειδικότερα με τη Θεσσαλονίκη ενισχύθηκαν και εδραιώθηκαν με ποικίλους δεσμούς: εθνικούς, εκπαιδευτικούς, κοινωνικούς, οικονομικούς, εκκλησιαστικούς.

Θα σταθώ σε μερικά μόνο ιστορικά παραδείγματα, από τα πιο αξιομνημόνευτα.

Τον Οκτώβριο του 1912, αμέσως μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, ένας από τους πρώτους στρατιώτες του ελληνικού στρατού που εισήλθαν στην πόλη ήταν και ο δήμαρχος Λεμεσού, της πόλης από όπου κατάγομαι, ο πρώην βουλευτής, Χριστόδουλος Σώζος.

Κατατάχθηκε εθελοντικά στον ελληνικό στρατό και έδωσε τη ζωή του πολεμώντας στην Ήπειρο, στην πολιορκία των Ιωαννίνων, στις 6 Δεκεμβρίου 1912.

Το παράδειγμά του ακολούθησαν εκατοντάδες Κύπριοι εθελοντές στους Βαλκανικούς πολέμους και πολλές χιλιάδες στον πρώτο και στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Το πέρασμά τους μαρτυρείται με δεκάδες τάφους στα ελληνικά ηρώα και στα συμμαχικά στρατιωτικά κοιμητήρια, καθώς η Μακεδονία είναι ο γεωγραφικός χώρος στον οποίο θυσιάστηκαν οι περισσότεροι Κύπριοι στρατιώτες εκτός Κύπρου στους πολέμους του 20ου αιώνα.

Μια θυσία που δεν έμεινε χωρίς ανταπόδοση, καθώς την ακολούθησε ο ηρωικός θάνατος δεκάδων αξιωματικών και στρατιωτών από τη Βόρεια Ελλάδα, τη Θράκη και την υπόλοιπη Ελλάδα, που έδωσαν την ζωή τους προασπιζόμενοι την ανεξαρτησία και ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ανάλογοι στέρεοι ιστορικοί δεσμοί, κυρίες και κύριοι, έχουν συνδέσει το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, από την εποχή ίδρυσής του με την Κύπρο.

Από τις χιλιάδες Κυπρίους φοιτητές και φοιτήτριες που σπούδασαν εδώ, παίρνοντας μόρφωση και παιδεία, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο έχει τιμήσει εδώ και πολλά χρόνια, με ένα λαμπρό ανδριάντα, τον πιο γνωστό Κύπριο απόφοιτό του, τον γεωπόνο Κυριάκο Μάτση, τον μόνο πτυχιούχο από τους ήρωες της ΕΟΚΑ, που έπεσε ηρωικά στον Πενταδάκτυλο τον Νοέμβριο του 1958.

Στα έξι χρόνια της φοιτητικής του ζωής, κατάφερε να ξεχωρίσει στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα αλλά και στη ζωή της πόλης στα ταραγμένα χρόνια της δεκαετίας του 1940, εμπλεκόμενος και στα πολιτικά δρώμενα της εποχής.

Με αυτές τις εμπειρίες θα πρωταγωνιστούσε αργότερα στον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ, που αποτέλεσε τη φυσική συνέχεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

Ενός απελευθερωτικού αγώνα που μπορεί να μην πέτυχε την ένωση με την Ελλάδα όπως ήταν το όραμα πολλών γενεών, αλλά οδήγησε το 1960 στη δημιουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενός κράτους που θα κυβερνούσαν οι κάτοικοί του, Ελληνοκύπριοι, Τουρκοκύπριοι, Μαρωνίτες, Αρμένιοι και Λατίνοι.

Δυστυχώς, η ζωή του νεοσύστατου Κράτους δεν έμελλε να διαρκέσει επί πολύ, αφού ο προαιώνιος πόθος των Ελληνοκυπρίων δεν επέτρεψε σε πολλούς να αποδεχτούν την νέα πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε στο σαράκι του διχασμού, μια διαχρονική, δυστυχώς, ασθένεια των Ελλήνων, .

Την ίδια ώρα οι αμετάθετοι στόχοι της Τουρκίας όπως αποτυπώνονται στο βιβλίο του Νιχάτ Περίν το 1956 για διχοτόμηση και έλεγχο του νεοσύστατου κράτους, υπέθαλπαν ή ενεθάρρυναν αποσχιστικές τάσεις των Τουρκοκυπρίων που τρία χρόνια μετά τη σύσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας τους οδήγησαν στα αιματηρά γεγονότα του 1963 και την αποχώρηση τους από τη Κυβέρνηση και τα θεσμικά όργανα του Κράτους.

Είναι ιστορικά αναντίλεκτο πως η Συνθήκη Εγγυήσεως, με αμφιλεγόμενα δικαιώματα επέμβασής, για προστασία δήθεν  της ανεξαρτησίας και κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, αντί να δημιουργήσει ένα πραγματικά ανεξάρτητο Κράτος, ενδυνάμωσε το ρόλο των εγγυητριών δυνάμεων σε παρεμβάσεις, όχι για να στηρίξουν και να θεμελιώσουν το Κράτος, αλλά, με αλόγιστες πολιτικές πως να το διαλύσουν, προκειμένου να επιτύχουν η κάθε μια τους δικούς της στρατηγικούς στόχους.

Ρόλο στην ενδυνάμωση των επικρατουσών τάσεων μεταξύ των δύο κοινοτήτων διαδραμάτισε και ενεθάρρυνε η Βρετανία με το δόγμα διαίρει και βασίλευε.

Αποκορύφωμα των παρεμβάσεων ήταν το πραξικόπημα του 1974, που έδωσε το πρόσχημα στην καραδοκούσα Τουρκία να εισβάλει και έκτοτε να κατέχει το 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ένα έγκλημα που βιώνουμε μέχρι σήμερα, παρά τα κατά καιρούς καταδικαστικά Ψηφίσματά των Ηνωμένων Εθνών, τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και σωρείας άλλων διεθνών ή περιφερειακών Οργανισμών.

Δεν θεωρώ πως μέσα στα πλαίσια της αποψινής εκδήλωσης θα μπορούσα να απαριθμήσω τους αγώνες του Ελληνισμού ευρύτερα ή τις άοκνες προσπάθειες του ιδίου και των προκατόχων μου, σε συνεργασία πάντοτε με τις εκάστοτε Ελληνικές Κυβερνήσεις και τον πολιτικό κόσμο της Ελλάδας για ειρηνική επίλυση του Κυπριακού, στη βάση των επώδυνων και ιστορικών συμβιβασμών, όπως αποτυπώνονται στις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου και τα κατά καιρούς Ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών.

Εδώ και 47 χρόνια, αυτό που καταγράφεται είναι οι αδιάλλακτοι και αμετάβλητοι στόχοι της Τουρκίας, μέσα από τις αξιώσεις που προβάλλει, να επιτύχει λύση που θα της επιτρέπει τον πλήρη έλεγχο και την μετατροπή της Κύπρου σε δικό της προτεκτοράτο.

Στόχοι που επιμαρτυρούνται σε πρώτη φάση από τον πλήρη έλεγχο του υποτελούς μορφώματος του κατεχόμενου εδάφους, μέσα από την αλλοίωση του δημογραφικού χαρακτήρα, την ενίσχυση της στρατιωτικής της παρουσίας, την οικονομική εξάρτηση της Τουρκοκυπριακής κοινότητας και των εξόφθαλμων, πλέον, παρεμβάσεων στην πολιτική, οικονομική, θρησκευτική και πολιτιστική ζωή των Τουρκοκυπρίων.

Αποκορύφωμα των διαχρονικών στόχων της Τουρκίας, αποτελούν οι νέες της αξιώσεις, με εγκατάλειψη της βάσης λύσης και την αξίωση της δημιουργίας δύο ανεξαρτήτων κρατών, τη δημιουργία νέων τετελεσμένων επί του εδάφους με την αλλοίωση του καθεστώτος της περίκλειστης πόλης της  Αμμοχώστου, τη παραχώρηση 145 τετραγωνικών χιλιομέτρων Ελληνοκυπριακής γης στον τουρκικό στρατό για περαιτέρω στρατικοποίηση, αλλά και τις συνεχείς παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου της θαλάσσης με παράνομες επεμβάσεις στην Αποκλειστική Οικονομική  Ζώνη της ΚΔ.

Αυτό που θα ήθελα με τη σημερινή ευκαιρία να διαμηνύσω, είναι πως όσο αποδεδειγμένα διαθέτουμε τη πολιτική βούληση και αποφασιστικότητα να προχωρήσουμε σε μια ειρηνική, έντιμη, λειτουργική και βιώσιμη λύση του Κυπριακού, άλλο τόσο δεν θα αποδεχτούμε όρους και αξιώσεις που θα οδηγούν σε μια λύση αντίθετη με τις Συμφωνίες Κορυφής, τα Ψηφίσματα των ΗΕ και το Ευρωπαϊκό κεκτημένο, καθιστώντας την Κυπριακή Δημοκρατία υποχείριο της Τουρκίας.

Θέλω με σαφήνεια να επαναλάβω πως αυτό που επιδιώκουμε  είναι την επίτευξη μιας λύσης που θα οδηγεί σε ένα κράτος πλήρως απαλλαγμένο από εξαρτήσεις τρίτων ή/και την όποια κηδεμόνευση μέσα από πρόνοιες που δεν συναντώνται σε κανένα σύνταγμα κράτους – μέλους των Ηνωμένων Εθνών.

Μιας λύσης που θα σέβεται την αξιοπρέπεια και την ταυτότητα και των δύο κοινοτήτων και θα τους δίδει το δικαίωμα, ελεύθεροι και ανεξάρτητοι να καθορίζουν την μοίρα τους, σε συνθήκες ασφάλειας, σταθερότητας και αρμονικής συμβίωσης, όπως επιτάσσει και η Ευρωπαϊκή μας ταυτότητα.

Στον αγώνα μας αυτόν, δεν είμαστε μόνοι. Έχουμε στο πλευρό μας την αμέριστη συμπαράσταση των εκάστοτε Κυβερνήσεων και πολιτικών δυνάμεων της Ελλάδας, για αυτό και σας ευγνωμονούμε.

Έχουμε την αλληλεγγύη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και σωρείας άλλων κρατών μέσα από την πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική που ακολουθούμε.

Δεν παραγνωρίζουμε, ούτε υποτιμούμε τις δυσκολίες.

Αυτό, όμως, που θα ήθελα να σας διαβεβαιώσω είναι πως 200 χρόνια μετά από την Επανάσταση του 1821, έχοντας ως παρακαταθήκη το όραμα των αδελφών Ελλήνων για μια ελεύθερη, κυρίαρχη και ανεξάρτητη πατρίδα, θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε μέχρι την εξόφληση του χρέους και οφειλής που έχουμε απέναντι στις απελθούσες, τις παρούσες και μέλλουσες γενεές του τόπου.

Καταλήγοντας, θα ήθελα για ακόμη μια φορά να συγχαρώ τους διοργανωτές, τους συμμετέχοντες καθώς και όσους εργάστηκαν με ζήλο και αφοσίωση, πετυχαίνοντας μέσα από την παρούσα εκδήλωση να τιμήσουν τη συμπλήρωση των 200 χρόνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, αναδεικνύοντας παράλληλα τους ηρωικούς αγώνες της Κύπρου για την εθνική παλιγγενεσία».

Πηγή

Πηγή fantomas.gr