Σαν Σήμερα: Απεβίωσε το 1849 ο Νικήτας Σταματελόπουλος ή “Νικηταράς ο Τουρκοφάγος”

Ήρωας του ’21, γνωστός τοις πάσι με το προσωνύμιο Νικηταράς ο Τουρκοφάγος.

Γεννήθηκε το 1782 στο χωριό Τουρκολέκα Μεγαλόπολης και ήταν γιος του κλέφτη Σταματέλου Τουρκολέκα και της Σοφίας Καρούτσου, αδελφής της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Κατά μία άλλη εκδοχή, γεννήθηκε το 1784 στο χωριό Νέδουσα Μεσσηνίας. Σε ηλικία 11 χρονών βγήκε στο κλαρί με την ομάδα του πατέρα του και στη συνέχεια εντάχθηκε στο σώμα του πρωτοκλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, του οποίου αργότερα παντρεύτηκε την κόρη Αγγελίνα.

Η ανδρεία και τα σωματικά του προσόντα τον οδήγησαν το 1805 στη ρωσοκρατούμενη τότε Ζάκυνθο. Εκεί εντάχθηκε στο ρωσικό τάγμα, που πολέμησε τον Ναπολέοντα στην Ιταλία. Αργότερα, επέστρεψε στη Ζάκυνθο για να υπηρετήσει αυτή τη φορά τους Γάλλους, που είχαν καταλάβει το νησί. Στις 18 Οκτωβρίου 1818, ενώ βρισκόταν στην Καλαμάτα, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Με τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Παπαφλέσσα συνέβαλε στην προετοιμασία του Εθνικού Ξεσηκωμού και στις 23 Μαρτίου 1821 μπήκε στην Καλαμάτα μαζί με τους άλλους στρατιωτικούς αρχηγούς.

Από την αρχή ενστερνίσθηκε το στρατηγικό σχέδιο του Κολοκοτρώνη για την κατάληψη της Τριπολιτσάς και πήρε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις για την κατάληψη του διοικητικού κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο. Διακρίθηκε στη Μάχη του Βαλτετσίου (12 Μαΐου 1821), ενώ αποφασιστική ήταν η συμβολή του στη Μάχη των Δολιανών (18 Μαΐου 1821), όπου ανέδειξε στο έπακρο τις στρατιωτικές του ικανότητες. Επικεφαλής μόλις 600 ανδρών κατανίκησε τον στρατό του Κεχαγιάμπεη που ανήρχετο σε 6.000 άνδρες και σχεδόν τον αποδεκάτισε. Γι’ αυτόν τον πραγματικό του άθλο, οι συμπολεμιστές του τον ονόμασαν «Τουρκοφάγο».

Μέχρι το τέλος του Αγώνα ο Νικηταράς ήταν στην πρώτη γραμμή, πολεμώντας είτε στην Πελοπόννησο είτε στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα, όπου συνεργάστηκε με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τον Γεώργιο Καραΐσκάκη. Πήρε μέρος στην Άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) και ήταν από τους λίγους αρχηγούς που αρνήθηκε να συμμετάσχει στη διανομή των λαφύρων.

Διακρίθηκε στη Μάχη του Αγιονορίου (26-28 Ιουλίου 1822), που αποτελείωσε τη στρατιά του Δράμαλη δύο μέρες μετά τη Μάχη στα Δερβανάκια. Η ανιδιοτέλεια του ανδρός φάνηκε για μία ακόμη φορά, όταν από το πλήθος των λαφύρων της μάχης πείστηκε να δεχθεί ένα πανάκριβο σπαθί, το οποίο αργότερα προσέφερε στον έρανο για την ενίσχυση του Μεσολογγίου. Κατά τη διάρκεια του Εμφύλιου Πολέμου τάχθηκε στο πλευρό του Κολοκοτρώνη, αλλά φρόντισε πάντα να επιδιώκει τον συμβιβασμό και τη συνεννόηση.

Μετά την Απελευθέρωση τάχθηκε στο πλευρό του Καποδίστρια κι έγινε ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Κυβερνήτη. Πήρε μέρος στην Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829), ως πληρεξούσιος του Λεονταρίου. Επί Όθωνος περιέπεσε σε δυσμένεια, επειδή υποστήριζε το αντιπολιτευόμενο Ρωσικό Κόμμα. Προφυλακίστηκε το 1839 ως αρχηγός συνωμοτικής ομάδας, αλλά στη δίκη του (11 Σεπτεμβρίου 1840), αθωώθηκε ελλείψει στοιχείων. Εντούτοις, η κράτησή του παρατάθηκε με αποτέλεσμα να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη η υγεία του και σχεδόν να τυφλωθεί. Αποφυλακίστηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 1841 και αποτραβήχτηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά.

Μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 του απονεμήθηκε ο βαθμός του υποστρατήγου και έλαβε μία τιμητική σύνταξη, η οποία ήταν ο μόνος πόρος της ζωής του. Το 1847 διορίσθηκε μέλος της Γερουσίας και δύο χρόνια αργότερα, στις 25 Σεπτεμβρίου 1849, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 67 ετών. Ο Νικηταράς απέκτησε δύο κόρες κι ένα γιο, τον Ιωάννη Σταματελόπουλο, που ακολούθησε καριέρα στρατιωτικού. Άφησε Απομνημονεύματα, τα οποία υπαγόρευσε στον εθνικό δικαστή Γεώργιο Τερτσέτη.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/287

© SanSimera.gr

Ο… ζητιάνος

Τούτος ο τόπος ανέδειξε το πάλαι ποτέ πραγματικά μεγάλους άνδρες που, μολονότι πρόσφεραν ολόψυχα τον εαυτό τους για το κοινό καλό, δεν ζήτησαν ποτέ τίποτα ως προσωπική ανταμοιβή.

Ένας απ’ αυτούς, κορυφαίος αγωνιστής του πολέμου της Ανεξαρτησίας, στον οποίο εν πολλοίς χρωστάμε την ελευθερία, αν όχι την ίδια μας την ύπαρξη, αποφυλακίζεται το 1841 από την Αίγινα, όπου η Βασιλεία του ξενόφερτου Όθωνα του απέτινε τις σχετικές τιμές φυλακίζοντάς τον…

Εμβρόντητοι τον αντικρίζουν οι δικοί του να αποβιβάζεται στο Τουρκολίμανο. Κυριολεκτικά πετσί και κόκαλο, όντας παρήλικος πια και σχεδόν τυφλός. Απερίγραπτη φτώχεια. Παλιοί συναγωνιστές του μεσολαβούν στην “εθνοσωτήριο” Βαυαρική κυβέρνηση μπας και του σταθεί κομμάτι στα γεράματά του.

Γενναιόδωρος ο Υπουργός των Στρατιωτικών εισακούει το αίτημα και του χορηγεί άδεια επαιτείας, άπαξ της εβδομάδος, έξω από την Ευαγγελίστρια στον Πειραιά. Εκάστην Παρασκευή κατηφορίζει κούτσα κούτσα ο ευεργετηθείς από το σπίτι του στην Καστέλλα να ζητιανέψει ολημερίς έξω απ’ τον Ναό. Ο ανήκουστος έσχατος τρόπος βιοπορισμού του προκαλεί σούσουρο ανά την επικράτεια.

Μια Παρασκευή, Δεκέμβριο του 1841, Ακόλουθος Πρεσβείας Μεγάλης Δύναμης (της Ρωσίας), άλλοτε συμπολεμιστής του, κατεβαίνει από την Αθήνα στο πόστο του, να τον δει ιδίοις όμμασι για να το πιστέψει.

Αντιλαμβάνεται τον επισκέπτη από τη φωνή ο ζητιάνος και μαζεύει παρευθύς τ’ απλωμένο χέρι του. –«Πώς είσθε, Στρατηγέ μου;» τον ρωτά ο ξένος. –«Απολαμβάνω ελεύθερη πατρίδα», αποκρίνεται υπερήφανα όσο και σκωπτικά. –«Εδώ, στα σκαλιά της Εκκλησίας; Μα εδώ την απολαμβάνετε καθισμένος στον δρόμο» επέμενε ο ξένος. –«Θέλω να ξέρω πώς τη βγάζει ο λαός, μιας κι εγώ εισπράττω γερή σύνταξη από το κράτος και περνάω καλά» απήντησε περήφανα ο Νικηταράς. Ο ξένος κατάλαβε, και διακριτικά, φεύγοντας άφησε να του πέσει ένα πουγκί με χρυσές λίρες. Ο Νικηταράς άκουσε τον ήχο, έπιασε το πουγκί και φώναξε στον ξένο: “Ε, σου έπεσε το πουγκί σου. Πάρε το μην το βρει κανένας και το χάσεις“!!!

Στις 25 (ή 27) του Σεπτέμβρη του 1849, ο γενναιότερος των γενναίων, πεθαίνει ξεχασμένος, τυφλός και πάμφτωχος. Αυτή ήταν η ελληνική υπερηφάνεια που έκανε την Ελλάδα ελεύθερη. Διαβάστε Νεοέλληνες και μιμηθείτε! (Όσοι “τα παίρνουν“ πόσο Έλληνες μπορεί να είναι;)…

Πηγή fantomas.gr